«Και λένε πως η Κύπριδα πνοές αντλεί ανέμων μέτριων,
ηδυπνόους αύρας απ’ τα νερά του Κηφισού,
ΕΠΙ ΠΑΝΤOΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥ
Η ΕΛΛΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΥΛΗ , ΟΥΤΕ ΧΩΡΟΣ, ΔΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΘΕΝΩΣΟΥΝ. ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΙΩΝΙΟΝ , ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟΝ , ΤΟ ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑ , ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΟΥΤΕ ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ , ΟΥΤΕ ΥΠΟΤΑΣΣΕΤΑΙ , ΟΥΤΕ ΑΠΟΘΝΗΣΚΕΙ.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΣΣΑΣ
«Και λένε πως η Κύπριδα πνοές αντλεί ανέμων μέτριων,
ηδυπνόους αύρας απ’ τα νερά του Κηφισού,
Ἄν νά κρατᾶς καλά μπορεῖς τό λογικό σου, ὅταν τριγύρω σου ὅλοι
τά 'χοῦν χαμένα καί σ' ἐσέ τῆς ταραχῆς τους ρίχνουν τήν αἰτία.
Ἄν νά ὀνειρεύεσαι μπορεῖς καί νά μήν εἶσαι δοῦλος τῶν ὀνείρων,
ἄν νά στοχάζεσαι μπορεῖς δίχως νά γίνει ὁ στοχασμός σκοπός σου,
Ἄν ὅσα ἀπόχτησες μπορεῖς, σ' ἕνα σωρό μαζί νά τά μαζέψεις,
καί δίχως φόβο, μονομιᾶς, κορόνα ἤ γράμματα, ὅλα νά τά παίξεις
καί νά τά χάσεις κι ἀπαρχῆς ἀτράνταχτος νά ξεκινήσεις πάλι,
Ἄν μέ τά πλήθη νά μιλᾶς μπορεῖς καί νά κρατᾶς τήν ἀρετή σου,
Ἄν τοῦ θυμοῦ σου τίς στιγμές, πού φαίνεται ἀδυσώπητη ἡ ψυχή σου,
μπορεῖς ν' ἀφήσεις νά διαβοῦν, τήν πρώτη ξαναβρίσκοντας γαλήνη,
δική σου θά 'ναι τότε ἡ Γῆ, μ' ὅλα καί μ' ὅ,τι πάνω της κι ἄν ἔχει
καί κάτι ἀκόμα πιό πολύ: Ἄντρας ἀληθινός θά 'σαί, παιδί μου.
{αποσπάσματα από τό ποίημα «Ἄν» τού Rudyard Kipling }
{ΕΔΩ}
Λέγει ὁ Χρυσὸς στὸ Μάρμαρο στὰ πέρατα τοῦ κόσμου
Ποιός ἥλιος λάμπει ὡσὰν ἐμέ, ποιό φῶς ἔχει τὸ φῶς μου ;Ὅλα προσεύχονται, καὶ γῆ καὶ οὐρανός κι ἀστέρια
Καὶ τὰ πουλιά ποὺ ἔχουνε στὰ σύννεφα λημέρια,
Καὶ ὅσα ἔχουνε ζωὴ κι ὅσα ζωὴ δὲν ἔχουν,
Κι ἐκεῖνα ὅπου ἕρπουνε, κι ἐκεῖνα ὅπου τρέχουν !
Ὅλα προσεύχονται ! τῆς γῆς τὸ ταπεινὸ χορτάρι
Ὁ ἥλιος ὁ περήφανος, τὸ ἀργυρὸ φεγγάρι
Ἡ θάλασσα, οἱ ῥύακες, τὸ δάσος καὶ ἡ βρύση,
Δὲν ἀπομένει τίποτε χωρὶς νὰ προσκυνήσει
Καὶ δίχως νὰ προσευχηθῇ στοῦ κόσμου τὸν Πατέρα !
Προσεύχεται καὶ ἡ νυχτιά, προσεύχεται κ’ ἡ 'μέρα,
Κι ἡ φλόγα ποὺ σηκώνεται ἀπάνω κι ἀναβαίνει,
Ὅταν στὰ ἔρημα βουνά, φτωχὸ βοσκὸ ζεσταίνει.
Προσεύχεται κι ὁ οὐρανός σὰν ἔχει καλοσύνη,
Κι ὁ ἥλιος ὅταν σ’ ἄρρωστο ζωὴ καὶ ζέστη δίνει
Τοῦ πόλου τ’ ἄστρο π’ ὁδηγεῖ τοῦ ναύτη τὸ τιμόνι,
Τὴν ὥρα ἐκείνη δέεται γιατὶ ψυχὲς γλιτώνει.
Προσεύχεται καὶ τ’ ἄγριο θηρίο στὴ σπηλιά του
Ὅταν γερμένο κ’ ἤσυχο χαϊδεύει τὰ μικρά του.
Τὸ σκουληκάκι τὸ κορμὶ στὸν ἥλιο σὰ ζεσταίνει,
Τὸ χέρι ὅταν ἐλεεῖ, ἡ γῆ ὅταν βλασταίνει,
Καὶ τ’ ἄνθος ποὺ τριγύρω του σκορπίζει τὴν πνοή του,
Εἶναι ἡ μυρισμένη του πνοὴ ἡ προσευχή του !
Ὅλα καὶ ὅλοι δέονται καὶ νύχτα καὶ ἡμέρα
Στὸν παντοδύναμο Θεό, στὸν σπλαχνικὸ Πατέρα.
Προσεύχεται ὅταν κανεὶς τὸ ἔργο του πιστεύει
Κάνει μεγάλη προσευχὴ τὸ χέρι ποὺ δουλεύει.
Τὸ χέρι τοῦ μικροῦ παιδιοῦ προσεύχεται καὶ κεῖνο
Ὅταν ανοίγει τὸ κλουβὶ στὸν σκλαβωμένο σπίνο.
Προσεύχεσαι ὅταν ζητᾶς ψωμὶ γιὰ ξένο στόμα,
Καὶ ὅταν θυμᾶσαι τοὺς νεκροὺς ποὺ κείτονται στὸ χῶμα
Εἶναι ἅγια προσευχὴ τὸ γέρο νὰ ζεσταίνεις,
Καὶ τοῦ ἐχθροῦ σου τὴν πληγὴ μὲ δάκρυα νὰ πλένεις.
( Ἀχιλλέας Παράσχος 1838-1895)
Τα φύλλα πέφτουν, πέφτουν λες από ψηλά,
σαν να ξεράθηκαν οι κήποι τ’ ουρανού·
«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
στην παιδική μας ηλικία,
αυτή που συνεχίζουμε να... ονειρευόμαστε μεγάλοι,
στο βάθος της ομίχλης...
Τίς νύχτες όλες τού καλοκαιριού ανακαλεί στήν μνήμη ή φωνή τού γρύλου...είναι ό σηματωρός τής νύχτας, διάπυρος ερώτων, επίμονος καί αειθαλής...ό φράχτης τής νύχτας, εκεί ακριβώς πού πάνε τά όνειρα νά δραπετεύσουν καί πιάνονται στό δόκανο.
Χειμώνας άγριος τήν πίστη μου χτυπά,
μά εγώ σέ πουπουλένιο μαξιλάρι,



«Εύχαριστώ τούς Θεούς διότι έγεννήθην ΄Έλλην»
Θαλής ό Μιλήσιος
Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ
Συμμοριτοπόλεμος και όχι Εμφύλιος
Εβραϊκές μπίζνες του 19ου Αιώνα στην Θεσσαλονίκη
Βρέθηκε τί συμβολίζει ό χαιρετισμός τού Σαμαρά
Το γράμμα Ν και η κατάργησή του
Βιταμίνη D3: το καλύτερα κρυμμένο μυστικό της φαρμακοβιομηχανίας;
ΤΟ ΛΕΜΟΝΙ, ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟ ΠΡΟΙΟΝ ΣΤΟ ΝΑ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΤΑ ΚΑΡΚΙΝΟΓΟΝΑ ΚΥΤΤΑΡΑ...
Τρώμε ανθρώπινα εμβρυϊκά νεφρικά κύτταρα, κύτταρα αρουραίων .
Δεν Βλέπεις Με Τα Μάτια, Αλλά Με Τον Εγκέφαλο.
Έστω και αν σπούδασα Ιστορία και Αρχαιολογία (στο ΕΚΠΑ), δεν μπόρεσα να βρω απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα, σχετικά με το παρελθόν. Πολλά γεγ...
«Προορισμὸς τοῦ Ἕλληνος εἰς τὸν κόσμον αὐτόν , ἦταν καὶ θὰ εἶναι ὁ ἐξανθρωπισμὸς τῆς οἰκουμένης »
Εγκράτεια και γύμνασις
Και της τροφής λιτότις
Έγερσις εωθινή {πρωϊνή}
Εστί μακαριότις
Τί εἶναι ἡ πατρίδα μας; Μὴν εἶν᾿ οἱ κάμποι;
Μὴν εἶναι τ᾿ ἄσπαρτα ψηλὰ βουνά;
Μὴν εἶναι ὁ ἥλιος της, ποὺ χρυσολάμπει;
Μὴν εἶναι τ᾿ ἄστρα της τὰ φωτεινά;
Μὴν εἶναι κάθε της ρηχὸ ἀκρογιάλι
καὶ κάθε χώρα της μὲ τὰ χωριά;
κάθε νησάκι της ποὺ ἀχνὰ προβάλλει,
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;
Μὴν εἶναι τάχατε τὰ ἐρειπωμένα
ἀρχαία μνημεῖα της χρυσὴ στολή,
ποὺ ἡ τέχνη ἐφόρεσε καὶ τὸ καθένα
μία δόξα ἀθάνατη ἀντιλαλεῖ;
Ὅλα πατρίδα μας! Κι αὐτὰ κι ἐκεῖνα,
καὶ κάτι πού ῾χουμε μὲς τὴν καρδιὰ
καὶ λάμπει ἀθώρητο σὰν ἥλιου ἀχτίνα
καὶ κράζει μέσα μας: Ἐμπρὸς παιδιά!
Ἰωάννης Πολέμης
Ο Σωκράτης είχε την συνήθεια να πηγαίνει βόλτα στα μαγαζιά και να στέκετε και να κοιτάζει τά εμπορεύσιμα είδη τους. Όταν κάποτε ένας φίλος του τόν ρώτησε γιατί το κάνει αυτό αφού ποτέ δεν αγοράζει τίποτα, αυτός απάντησε. Κοιτάζω πόσα πράγματα υπάρχουν πού δεν μού χρειάζονται.
Ξεύρεις τὴν γῆ ποὐ ἀνθεῖ
φαιδρὰ πορτοκαλέα
καὶ κοκκινίζει ἡ σταφυλὴ
καὶ θάλλει ἡ ἐλαία;
Ὦ! δὲν τὴν ἀγνοεῖ κανείς,
εἶναι ἡ γῆ ἡ Ἑλληνίς.
Ξεύρεις τὴν γῆ, ἥτις παντοῦ
μὲ αἵματα ἐβάφη,
ὁποῦ κοιλάδες καὶ βουνὰ
εἶναι τυράννων τάφοι;
Ὦ! δὲν τὴν ἀγνοεῖ κανείς,
εἶναι ἡ γῆ ἡ Ἑλληνίς.
Γῆ μήτηρ παλαιῶν θεῶν
καὶ νέων ἡμιθέων
γῆ ἀναμνήσεων κλεινῶν
καὶ γῆ ἐλπίδων νέων
Ὦ! δὲν τὴν ἀγνοεῖ κανείς,
εἶναι ἡ γῆ ἡ Ἑλληνίς.