Η ΕΛΛΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΥΛΗ , ΟΥΤΕ ΧΩΡΟΣ, ΔΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΘΕΝΩΣΟΥΝ. ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΙΩΝΙΟΝ , ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟΝ , ΤΟ ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑ , ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΟΥΤΕ ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ , ΟΥΤΕ ΥΠΟΤΑΣΣΕΤΑΙ , ΟΥΤΕ ΑΠΟΘΝΗΣΚΕΙ.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΣΣΑΣ

ΠΙΝΑΞ ΤΟΥ ΚΕΒΗΤΟΣ

Κέβητος: "Πίναξ"




[Α'] Ετυγχάνομεν περιπατούντες εν τω του Κρόνου ιερώ, εν ώ πολλά μεν και άλλα αναθήματα εθεωρούμεν · ανέκειτο δε και πίναξ τις έμπροσθεν του νεώ, εν ώ ήν γραφή τις ξένη [(σημ: δεύτερη γραφή) ξένη τιςκαι μύθους έχουσα ιδίους, ούς ούκ ηδυνάμεθα συμβαλείν, τίνες και ποτ' [ε] ήσαν. Ούτε γαρ πόλις εδόκει ημίν είναι το γεγραμμένον ούτε στρατόπεδον, αλλά περίβολος ήν εν αυτώ έχων ετέρους περιβόλους δύο, τον μεν μείζω, τον δε ελάττω. Ήν δε και πύλη επί του πρώτου περιβόλου. Προς δε τη πύλη όχλος εδόκει ημίν πολύς εφεστάναι, και ένδον δε εν τω περιβόλω πλήθός τι γυναικών εωράτο. Επί δε [της εισόδου] του [πρώτου] πυλώνος [και περιβόλου] γέρων τις εστώς έμφασιν εποίει ως προστάττων τι τω εισιόντι όχλω.
[Έτυχε να περπατούμε μέσα στο ιερό του Κρόνου, μέσα στο οποίο παρατηρούσαμε και πολλά αναθήματα · βρισκόταν και ένας πίνακας μπροστά στο ναό, στον οποίο υπήρχε ξένη χάραξη ("γραφή"), παράδοξη εικόνα με διάφορες μυθικές σκηνές που δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι παρίστανε. Γιατι ούτε πόλη μας φαινόταν να είναι η ζωγραφιά, ούτε στρατόπεδο, αλλά ήταν ένας περίβολος που περιείχε δύο άλλους περιβόλους, έναν μεγαλύτερο και έναν μικρότερο. Ήταν και μια πύλη στον πρώτο περίβολο. Κοντά της φαινόταν πως ήταν συγκεντρωμένος πολύς όχλος και μέσα στον περίβολο φαινόταν ένα πλήθος γυναικών. Μπροστά [στην είσοδο] του [πρώτου] πυλώνα [και περιβόλου] στεκόταν ένας γέρος και εμφαινόταν σαν να πρόσταζε κάτι τον εισερχόμενο όχλο.]

[Β'] Απορούντων ουν ημών περί της μυθολογίας προς αλλήλους πολύν χρόνον πρεσβύτης τις παρεστώς, ουδέν δεινόν πάσχετε, ώ ξένοι, έφη, απορούντες περί της γραφής ταύτης. Ουδέ γαρ των επιχωρίων πολλοί οίδασι, τί ποτε αύτη [η] μυθολογία δύναται · ουδέ γαρ εστι πολιτικόν το ανάθημα · αλλά ξένος τις πάλαι ποτέ αφίκετο δεύρο, ανήρ έμφρων και δεινός περί σοφίαν, λόγω τε και έργω Πυθαγόρειόν τινα και Παρμενίδειον εζηλωκώς βίον, ός το τε ιερόν τούτο και την γραφήν ανέθηκε τω Κρόνω.
[Ενώ λοιπόν απορούσαμε πολύ χρόνο για την ιστορία του πίνακα, κάποιος ηλικιωμένος που στεκόταν δίπλα, δεν είναι καθόλου παράξενο, ώ ξένοι, είπε, που απορείτε γι'αυτή την εικόνα. Γιατί και από τους ντόπιους πολλοί δεν γνωρίζουν το νόημα της ιστορίας· γιατί δεν είναι αφιέρωμα της πόλης · αλλά κάποιος ξένος αφίχθη κάποτε εδώ, άνδρας με φρόνηση και σοφότατος, ο οποίος και "λόγω" και "έργω" φαινόταν να παραδέχεται και να ζει ένα πυθαγόρειο και παρμενίδειο βίο και αφιέρωσε το ιερό αυτό και την εικόνα στον Κρόνο.]
΄ΛΛΛ
Πότερον ούν, έφην εγώ, και αυτόν τον άνδρα γινώσκεις εωρακώς;
[Ποιό λοιπόν από τα δύο, είπα εγώ, γνωρίζεις αυτόν τον άνδρα και τον έχεις δει ή όχι;]

Και εθαύμασά γε, έφη, αυτόν πολύν χρόνον [(σημ: δεύτερη γραφή)πολυχρονιώτατοννεώτερος ών. Πολλά γαρ και σπουδαία διελέγετο. [Τότε δη] και περί ταύτης [δε] της μυθολογίας πολλάκις αυτού ηκηκόειν διεξιόντος.
[Και τον θαύμασα, είπε, για πολύ χρόνο [ηλικιωμένο], όταν ήμουν νεώτερος. Για πολλά και σπουδαία συζητούσε. Και σχετικά με αυτή την ιστορία πολλές φορές τον άκουσα να εξηγεί.]

[Γ'] Πρός Διός τοίνυν, έφην εγώ, ει μη τις σοι μεγάλη ασχολία τυγχάνει ούσα, διήγησαι ημίν · πάνυ γαρ επιθυμούμεν ακούσαι, τί ποτέ έστιν ο μύθος.
[Μα το Δία, λοιπόν, είπα εγώ, εάν δεν έχεις κάποια μεγάλη ασχολία, διηγήσου σε εμάς · διότι πολύ επιθυμούμε να ακούσουμε, την έννοια αυτού του μύθου].

 

Ουδείς φθόνος, ώ ξένοι, έφη. Αλλά τουτί πρώτον δεί υμάς ακούσαι, ότι επικίνδυνόν τι έχει η εξήγησις.
[Καμμία άρνηση, ώ ξένοι, είπε. Αλλά πρέπει πρώτα να ακούσετε οτι έχει κάτι επικίνδυνο αυτή η εξήγηση.]
Οίον τί; έφην εγώ.
[Δηλαδή τί; είπα εγώ.]

Ότι 
ει μεν προσέξετε, έφη, και συνήσετε τα λεγόμενα, φρόνιμοι και ευδαίμονες έσεσθε, ει δε μη, άφρονες και κακοδαίμονες και πηροί[(σημ: δεύτερη γραφή) πικροίκαι αμαθείς γενόμενοι κακώς βιώσεσθε. Έστι γαρ η εξήγησις εοικυία τω της Σφιγγός αινίγματι, ο εκείνη προυβάλλετο [(σημ: δεύτερη γραφή) προεβάλλετοτοις ανθρώποις. Ει μεν ούν αυτό συνίει τις, εσώζετο, ει δε μη συνίει, απώλλυτο [(σημ: δεύτερη γραφή) απώλετουπό της Σφιγγός. Ωσαύτως δε και επί της εξηγήσεως έχει ταύτης. Η γαρ αφροσύνη τοις ανθρώποις Σφίγξ έστιν. Αινίττεται δε τάδε, τί αγαθόν, τί κακόν, τί ούτε αγαθόν ούτε κακόν έστιν εν τω βίω. Ταύτ' ούν εάν μεν τις μή συνιή, απόλλυται υπ' αυτής, ουκ εισάπαξ, ώσπερ ο υπό της Σφιγγός καταβρωθείς απέθνησκεν, αλλά κατά μικρόν εν όλω τω βίω καταφθείρεται καθάπερ οι επί τιμωρία παραδιδόμενοι. Εάν δε τις γνώ, ανάπαλιν η μεν αφροσύνη απόλλυται, αυτός δε σώζεται και μακάριος και ευδαίμων γίνεται εν παντί τω βίω. Υμείς ούν προσέχετε και μη παρακούετε.
[Ότι εάν προσέξετε, είπε, και κατανοήσετε τα λεγόμενα, φρόνιμοι και ευδαίμονες θα είστε, διαφορετικά, θα μείνετε αμαθείς και θα ζήσετε δυστυχείς άφρονες και ανήθικοι. Διότι η ερμηνεία μοιάζει με το αίνιγμα της Σφιγγός, το οποίο εκείνη πρότεινε στους ανθρώπους. Εάν κάποιος το εξηγούσε, σωζόταν, εάν δεν το εξηγούσε, καταστρεφόταν από την Σφίγγα. Ομοίως και με αυτή την εξήγηση. Διότι η αφροσύνη για τους ανθρώπους είναι Σφίγγα. Ζητά να λυθεί το εξής, τί αγαθό, τί κακό, τί ούτε αγαθό ούτε κακό είναι στη ζωή. Εάν λοιπόν κάποιος δεν το λύσει, καταστρέφεται από αυτήν, όχι μονομιάς, όπως πέθαινε αυτός που καταβροχθιζόταν από την Σφίγγα, αλλά λίγο λίγο σε όλη του την ζωή φθείρεται, όπως αυτοί που παραδίδονται για τιμωρία. Εάν όμως κάποιος καταλάβει, αντίθετα η αφροσύνη χάνεται, εκείνος σώζεται και είναι μακάριος και ευδαίμων για όλη του την ζωή. Εσείς, λοιπόν, ακούστε προσεκτικά και μη παρανοείτε.]
[Δ'] Ώ Ηράκλεις, ως εις μεγάλην τινά επιθυμίαν εμβέβληκας ημάς, ει ταύθ' ούτως έχει.
[Για όνομα του Ηρακλή, πόσο μεγάλη επιθυμία μας έχεις ενσπείρει, εάν αυτά έχουν έτσι.]

Αλλ' έστιν, έφη, ούτως έχοντα.
[Αλλά είναι, είπε, έτσι έχοντα.]

Ουκ άν φθάνοις τοίνυν διηγούμενος ως ημών προσεξόντων ου παρέργως, επείπερ και το επιτίμιον τοιούτόν έστιν.
[Διηγήσου μας λοιπόν γρήγορα, διότι εμείς θα προσέξουμε στα σοβαρά, εφόσον και η ανταμοιβή είναι τέτοια.]

Αναλαβών ούν ράβδον τινά και εκτείνας προς την γραφήν, Οράτε, έφη, τον περίβολον τούτον;
[Και αφού έλαβε μια ράβδο και τη σήκωσε προς τη γραφή, Βλέπετε, είπε, τον περίβολο αυτό;]
Ορώμεν.
[Bλέπουμε.]

Τούτο πρώτον δεί ειδέναι υμάς, ότι καλείται ούτος ο τόπος Βίος. Και ο όχλος ο πολύς ο παρά την πύλην εφεστώς οι μέλλοντεςεισπορεύεσθαι εις τον Βίον ούτοί εισιν. Ο δε γέρων ο άνω εστηκώς έχων χάρτην τινά εν τη χειρί και τη ετέρα ώσπερ δεικνύων τι, ούτος Δαίμων καλείται · προστάττει δε τοις εισπορευομένοις, τι δει αυτούς ποιείν, ως άν εισέλθωσιν εις τον Βίον · δεικνύει δε ποίαν οδόν αυτούς δει βαδίζειν, ει μέλλουσι σώζεσθαι εν τω Βίω.
[Πρώτον πρέπει να μάθετε πως αυτός ο τόπος καλείται Βίος. Και ο όχλος ο πολύς που κοντά στην πύλη στέκεται, είναι όσοι πρόκειται να εισέλθουν στον Βίο. Και ο γέρων, ο οποίος στέκει από πάνω και κρατά ένα χαρτί στο χέρι του και με το άλλο σαν να δεικνύει κάτι, αυτός Δαίμων καλείται · προστάζει λοιπόν τους εισερχόμενους, τί πρέπει αυτοί να κάνουν, όταν εισέλθουν στον Βίο · δείχνει ποιό δρόμο πρέπει να βαδίζουν, εάν σκοπεύουν να σωθούν μέσα στον Βίο.]

[Ε'] Ποίαν ούν οδόν κελεύει βαδίζειν ή πώς; έφην εγώ.
[Ποιό λοιπόν δρόμο προστάζει να βαδίζουν, ή πώς; είπα εγώ.]

Οράς ούν, είπε, παρά την πύλην θρόνον τινά κείμενον κατά τον τόπον, καθ' όν εισπορεύεται ο όχλος, εφ' ού κάθηται γυνή πεπλασμένη τώ ήθει και πιθανή φαινομένη και εν τη χειρί έχουσα ποτήριόν τι;
[Βλέπεις, είπε, ότι κοντά στην πύλη υπάρχει κάποιος θρόνος σε αυτόν τον τόπο, που εισέρχεται ο κόσμος, και κάθεται μια γυναίκα, με προσποιητό ήθος, με τρόπους που να γίνεται πιστευτή και έχει στο χέρι ένα ποτήρι;]

Ορώ. Αλλά τις εστιν αύτη; έφην.
[Βλέπω. Αλλά ποιά είναι αυτή; είπα.]

Απάτη καλείται, φησίν, η πάντας τους ανθρώπους πλανώσα.
[Απάτη ονομάζεται, λέει, η όλων των ανθρώπων πλανεύτρα.]
Είτα τι πράττει αύτη;
[Έπειτα τι πράττει αυτή;]

Tους εισπορευομένους εις τον Βίον ποτίζει τη εαυτής δυνάμει.
[Τους εισερχομένους στον Βίο, ποτίζει με τη δύναμή της.]

Τούτο δε τι εστι το ποτόν;
[Και ποιό είναι το ποτό αυτό;]
Πλάνος, έφη, και άγνοια.
[Πλάνη, είπε, και άγνοια.]

Είτα τί;
[Έπειτα τί;]

Πιόντες τούτο πορεύονται εις τον Βίον.
[Πίνοντες αυτό, πορεύονται στον Βίο.]

Πότερον ούν πάντες πίνουσι τον πλάνον ή ού;
[Ποιό λοιπόν από τα δύο, όλοι πίνουν την πλάνη, ή όχι;]

[S'] Πάντες πίνουσιν, έφη, αλλ' οι μεν πλείον, οι δε ήττον. Έτι δε ουχ οράς ένδον της πύλης πλήθος τι γυναικών εταιρών παντοδαπάς μορφάς εχουσών;
[Όλοι πίνουν, είπε, αλλά κάποιοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο. Και ακόμη, δεν βλέπεις στο εσωτερικό της άλλης πύλης, ένα πλήθος γυναικών εταίρων με διάφορες μορφές;]
Ορώ.
[Βλέπω.]

Αύται τοίνυν Δόξαι και Επιθυμίαι και Ηδοναί καλούνται.
[Αυτές λοιπόν, Δόξες και Επιθυμίες και Ηδονές καλούνται.]

Όταν ούν εισπορεύηται ο όχλος, αναπηδώσιν αύται και περιπλέκονται προς έκαστον, είτα απάγουσι.
[Όταν εισέρχεται ο όχλος, αυτές αναπηδούν και αγκαλιάζουν τον καθένα, έπειτα τους οδηγούν.]
Πού δε απάγουσιν αυτούς;
[Που τους οδηγούν αυτούς;]

Αι μεν εις το σώζεσθαι, έφη, αι δε εις το απόλλυσθαι δια την απάτην.
[Κάποιες (τους οδηγούν) στο να σωθούν (στη σωτηρία), είπε, άλλες στο να απωλεσθούν (στην καταστροφή) εξαιτίας της απάτης.]
Ω δαιμόνιε, ως χαλεπόν το πόμα λέγεις.
[Ω δαιμόνιε (πάνσοφε), πολύ κακό το ποτό που λές.]

Και πάσαί γε, έφη, επαγγέλονται ως επί τα βέλτιστα άξουσι και εις βίον ευδαίμονα και λυσιτελή. Οι δε δια την άγνοιαν και τον πλάνον, όν πεπώκασι παρά της Απάτης, ουχ ευρίσκουσι ποία εστίν η αληθινή οδός η εν τω Βίω, αλλά πλανώνται εική, ώσπερ οράς και τους πρότερον εισπορευομένους ως περιάγοντας όποι αν τύχη.
[Και όλες βέβαια, υπόσχονται ότι θα τους οδηγήσουν σε μια καλύτερη κατάσταση και σε μια ζωή ευτυχισμένη και ωφέλιμη. Αυτοί, από την άγνοια και την πλάνη που ήπιαν από την Απάτη, δεν βρίσκουν ποιός δρόμος στην Ζωή είναι ο αληθινός, αλλά περιπλανώνται στα τυφλά, όπως ακριβώς βλέπεις και τους προηγουμένως εισερχομένους πως περιφέρονται όπου τύχει.]

[Ζ'] Ορώ τούτους, έφην. Η δε γυνή εκείνη τις εστιν η ώσπερ τυφλή και μαινομένη τις είναι δοκούσα και εστηκυία επί λίθου τινός στρογγύλου;
[Τους βλέπω, είπα. Και η γυναίκα εκείνη που μοιάζει να είναι τυφλή και τρελή, που στέκει πάνω σε ένα λίθο στρογγυλό, ποιά είναι;]

Καλείται μεν, έφη, Τύχη · εστι δε ου μόνον τυφλή και μαινομένη, αλλά και κωφή.
[Καλείται, είπε, Τύχη · και δεν είναι μόνο τυφλή και τρελή, αλλά και κουφή.]

Αύτη ούν τι έργον έχει;
[Και τί έργο έχει αυτή;]
Περιπορεύεται πανταχού, έφη · και παρ' ών μεν αρπάζει τα υπάρχοντα και ετέροις δίδωσι · παρά δε των αυτών πάλιν αφαιρείται παραχρήμα ά δέδωκε και άλλοις δίδωσιν εική και αβεβαίως. Διο και το σημείον καλώς μηνύει την φύσιν αυτής.
[Περιφέρεται παντού, είπε · και από κάποιους αρπάζει τα υπάρχοντα και σε άλλους τα δίδει · και από τους ίδιους πάλι αφαιρεί αμέσως εκείνα που έχει δώσει και τα δίνει σε άλλους στα τυφλά και αβέβαια. Γι' αυτό και το σημείο καλά φανερώνει τη φύση της.]
Ποίον τούτο; έφην εγώ.
[Ποιό είναι αυτό; είπα εγώ.]

Ότι επί λίθου στρογγύλου έστηκεν
[Ότι στέκει επάνω σε στρογγυλό λίθο. (ενν. που είναι ασταθής)]

Είτα τί τούτο σημαίνει;
[Έπειτα, τί αυτό σημαίνει;]

Ουκ ασφαλής ουδέ βεβαία εστίν η παρ' αυτής δόσις.
[Ούτε ασφαλές ούτε βέβαιο είναι ό,τι αυτή δίνει.]

Εκπτώσεις γαρ μεγάλαι και σκληραί γίγνονται, όταν τις αυτή πιστεύση.
[Διότι καταστροφές μεγάλες και σκληρές γίνονται, όταν κάποιος την εμπιστευτεί.]

[H'] Ο δε [των ανθρώπων] πολύς όχλος ούτος ο περί αυτήν εστηκώς τι βούλεται και τίνες καλούνται;
[Ο [των ανθρώπων] πολύς όχλος που γύρω της στέκεται τί θέλει και πώς λέγονται;]
Kαλούνται μεν ούτοι απροβούλευτοι · αιτούσι δε έκαστος αυτών ά ρίπτει.
[Καλούνται αυτοί απερίσκεπτοι · και ζητούν καθένας τους να τους ρίξει, ό,τι έχει.]

Πώς ούν ουχ ομοίαν έχουσι την μορφήν, αλλ' οι μεν αυτών δοκούσι χαίρειν, οι δε αθυμούσιν εκτετακότες τας χείρας; Οι μεν δοκούντες, έφη, χαίρειν και γελάν αυτών οι ειληφότες τι παρ' αυτής εισίν · ούτοι δε και αγαθήν Τύχην αυτήν καλούσιν. Οι δε δοκούντες κλαίειν [και εκτετακότες] εισί παρ' ών αφείλετο ά δέδωκε πρότερον αυτοίς. Ούτοι δε πάλιν αυτήν κακήν Τύχην καλούσι.
[Πώς λοιπόν, δεν έχουν όμοια μορφή, αλλά άλλοι από αυτούς φαίνονται χαρούμενοι, και άλλοι είναι λυπημένοι και εκτείνοντες τα χέρια; Εκείνοι που φαίνονται, είπε, χαρούμενοι και γελαστοί, είναι αυτοί που έχουν πάρει κάτι από αυτήν · αυτοί την ονομάζουν Αγαθή Τύχη. Εκείνοι όμως που είναι λυπημένοι [με εκτεταμένα χέρια] είναι αυτοί από τους οποίους αφαίρεσε αυτά που πριν τους είχε δώσει. Αυτοί, την αποκαλούν κακή Τύχη.]
Τίνα ούν εστιν ά δίδωσιν αυτοίς, ότι ούτως οι μεν λαμβάνοντες χαίρουσιν, οι δε αποβάλλοντες κλαίουσι;
[Και ποιά είναι αυτά που τους δίνει, γιατί εκείνοι που τα παίρνουν χαίρονται τόσο πολύ και εκείνοι που τα χάνουν κλαίνε;]
Ταύτα, έφη, ά παρά τοις πολλοίς ανθρώποις δοκεί είναι αγαθά.
[Αυτά, είπε, είναι όσα οι πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι είναι αγαθά.]
Ταύτα ουν τίνα εστί;
[Αυτά λοιπόν ποιά είναι;]
Πλούτος δηλονότι και δόξα και ευγένεια και τέκνα και τυραννίδες και βασιλείαι και τάλλα όσα τούτοις παραπλήσια.
[Πλούτος, και δόξα και ευγένεια (καταγωγής) και τέκνα και τυραννίδες και βασιλείες και τα άλλα όσα με αυτά είναι παραπλήσια.]

Ταύτα ούν πώς ουκ έστιν αγαθά;
[Αυτά πώς και δεν είναι αγαθά;]

Περί μεν τούτων, έφη, και αύθις διαλεξόμεθα, νυν δε περί την μυθολογίαν γενώμεθα.
[Σχετικά με αυτά θα μιλήσουμε και αργότερα, αλλά τώρα ας ασχοληθούμε με την ιστορία.]

Έστω ούτως.
[Έστω (ας γίνει) έτσι.]


[Θ'] Οράς ούν, [ως] αν παρέλθης την πύλην ταύτην, ανωτέρω άλλον περίβολον και γυναίκας έξω του περιβόλου εστηκυίας κεκοσμημένας ώσπερ εταίραι ειώθασι;
[Βλέπεις λοιπόν, εάν περάσεις την πύλη αυτή, ψηλότερα άλλο περίβολό και γυναίκες έξω από τον περίβολο να στέκονται κοσμημένες (στολισμένες), όπως οι εταίρες συνηθίζουν;]

Και μάλα.
[Μάλιστα.]
Αύται τοίνυν η μεν Ακρασία καλείται, η δε Ασωτία, η δε Απληστία, η δε Κολακεία.
[Από αυτές η μία Ακρασία (Ακράτεια) καλείται, η άλλη Ασωτεία, η άλλη Απληστεία και η άλλη Κολακεία.]
Τι ουν ώδε εστήκασιν ούται;
[Και γιατί αυτές στέκονται έτσι;]

Παρατηρούσιν, έφη, τους ειληφότας τι παρά της Τύχης.
[Παρατηρούν, είπε, όσους έλαβαν κάτι από την Τύχη.]
Είτα τί;
[Έπειτα τί;]
Αναπηδώσι και συμπλέκονται αυτοίς και κολακεύουσι και αξιούσι παρ' αυταίς μένειν λέγουσαι ότι βίον έξουσιν ηδύν τε και άπονον και κακοπάθειαν έχοντα ουδεμίαν. Εάν ούν τις πεισθή υπ' αυτών εισελθείν εις την Ηδυπάθειαν, μέχρι μεν τινός ηδεία δοκεί είναι η διατριβή, έως αν γαργαλίζει τον άνθρωπον, είτ' ουκέτι. Όταν γαρ ανανήψη, αισθάνεται ότι ουκ ήσθιεν, αλλ' υπ' αυτής κατησθίετο και υβρίζετο. Διό και όταν αναλώση πάντα όσα έλαβε παρά της Τύχης, αναγκάζεται ταυταις ταις γυναιξί δουλεύειν και πανθ' υπομένειν και ασχημονείν και ποιείν ένεκεν τούτων πάντα όσα εστί βλαβερά, οίον αποστερείν, ιεροσυλείν, επιορκείν, προδιδόναι, ληίζεσθαι και πανθ' όσα τούτοις παραπλήσια. Όταν ούν πάντα αυτοίς επιλίπη, παραδίδονται τη Τιμωρία.
[Aναπηδούν και τους αγκαλιάζουν και τους κολακεύουν και αξιώνουν να μένουν κοντά τους, υποσχόμενες ότι θα περάσουν μια ζωή ευχάριστη χωρίς κόπους και χωρίς καμία κακοτυχία. Εάν λοιπόν κανείς πιστέψει σε αυτές να ριχτεί στην απόλαυση, μέχρι ένα σημείο του φαίνεται ευχάριστος αυτός ο τρόπος ζωής, όσο διάστημα τον ερεθίζει, έπειτα όμως όχι πλέον. Γιατί, όταν ανανήψει και επανέλθει στα λογικά του, καταλαβαίνει ότι δεν έτρωγε αυτός, αλλά κατατρωγόταν από αυτήν και ζημιωνόταν. Και γι' αυτό, όταν καταξοδέψει όλα, όσα έλαβε από την Τύχη, αναγκάζεται να καταστεί δούλος σε αυτές τις γυναίκες και όλα να τα υπομένει και να συμπεριφέρεται άπρεπα και να κάνει για χατήρι τους όλα όσα είναι βλαβερά, δηλαδή να αποστερεί, να ιεροσυλεί, να επιορκεί, να προδίδει, να ληστεύει και άλλα παραπλήσια. Όταν, λοιπόν, κάνουν όλα αυτά, παραδίδονται στην Τιμωρία.]

[Ι'] Ποία δε εστιν αύτη;
[Και ποιά είναι αυτή;]
Οράς οπίσω τι, έφη, αυτών άνω ώσπερ θύριον μικρόν και τόπον στενόν τινα και σκοτεινόν;
[Βλέπεις πίσω, είπε, από αυτές επάνω, κάτι που μοιάζει με μικρή θύρα και έναν τόπο στενό και σκοτεινό;]
Και μάλα.
[Και βέβαια.]
Ουκούν και γυναίκες αισχραί και ρυπαραί και ράκη ημφιεσμέναι δοκούσι συνείναι;
[Λοιπόν, και γυναίκες αισχρές (άσχημες) και ρυπαρές και ντυμένες ράκη (κουρέλια), φαίνονται να βρίσκονται μέσα;]
Και μάλα.
[Και βέβαια.]

Αύται τοίνυν, έφη, η μεν την μάστιγα έχουσα καλείται Τιμωρία, η δε την κεφαλήν εν τοις γόνασιν έχουσα Λύπη, η δε τας τρίχας τίλλουσα εαυτής Οδύνη.
[Από αυτές, είπε, αυτή που έχει το μαστίγιο καλείται Τιμωρία, αυτή που έχει το κεφάλι της μέσα στα γόνατά της Λύπη, αυτή που τραβά τις τρίχες του κεφαλιού της, Οδύνη.]
Ο δε άλλος τούτος ο παρεστηκώς αυταίς δυσειδής τις και λεπτός και γυμνός, και μετ' αυτού τις άλλη ομοία αυτώ αισχρά και λεπτή, τίνες εισίν;
[Κι ο άλλος αυτός που στέκεται κοντά σε αυτές, ο άσχημος, λεπτός και γυμνός, και μαζί του κάποια άλλη όμοιά του αισχρή και λεπτή, ποιοί είναι αυτοί;]

Ο μεν Οδυρμός καλείται, έφη, η δε Αθυμία, αδελφή δ' εστίν αύτη αυτού. Τούτοις ούν παραδίδοται και μετά τούτων συμβιοί τιμωρούμενος · είτα ενταύθα πάλιν εις τον έτερον οίκον ρίπτεται, εις την Κακοδαιμονίαν, και ώδε τον λοιπόν βίον καταστρέφει εν πάση κακοδαιμονία, αν μη η Μετάνοια αυτώ τύχη συναντήσασα.
[Αυτός Οδυρμός λέγεται, είπε, η άλλη Αθυμία, αδελφή είναι αυτή εκείνου. Σε αυτούς παραδίδεται και με αυτούς συμβιώνει τιμωρούμενος · έπειτα πάλι στον άλλο οίκο ρίχνεται, στην Κακοδαιμονία, και εκεί τον υπόλοιπο βίο του τελειώνει μέσα σε κάθε δυστυχία, εκτός εάν η Μετάνοια κατά τύχη τον συναντήσει.]

[ΙΑ'] Είτα τι γίνεται, εάν η Μετάνοια αυτώ συναντήση;
[Έπειτα τί γίνεται, εάν η Μετάνοια τον συναντήσει;]

Eξαιρεί αυτόν εκ των κακών και συνίστησιν αυτώ ετέραν Δόξαν [και Επιθυμίαν] την εις την αληθινήν Παιδείαν άγουσαν, άμα δε και εις την Ψευδοπαιδείαν καλουμένην.
[Βγάζει αυτόν από όλες τις συμφορές και του συνιστά μία άλλη Ιδέα [και Επιθυμία] που οδηγεί στην αληθινή Παιδεία, αλλά συγχρόνως και σε αυτή που καλείται Ψευδοπαιδεία.]
Είτα τί γίνεται;
[Έπειτα τί γίνεται;]

Εάν μεν, φησί, την Δόξαν ταύτην προσδέξηται την άξουσαν αυτόν εις την αληθινήν Παιδείαν, καθαρθείς υπ' αυτής σώζεται και μακάριος και ευδαίμων γίνεται εν τω Βίω · ει δε μη, πάλιν πλανάται υπό της Ψευδοδοξίας.
[Eάν, λέει, την Ιδέα αυτή δεχτεί ευχάριστα, που θα τον οδηγήσει στην αληθινή Παιδεία, αφού καθαριστεί από αυτήν (την Δόξα), σώζεται και μακάριος και ευδαίμων γίνεται στο Βίο · εάν όχι, πλανεύεται πάλι από την Ψευδοδοξία.]

[ΙΒ'] Ω Ηράκλεις, ως μέγας ο κίνδυνος άλλος ούτος. Η δε Ψευδοπαιδεία ποία εστίν; έφην εγώ. 
[Για όνομα του Ηρακλή, πόσο μεγάλος είναι αυτός ο κίνδυνος! Και η Ψευδοπαιδεία ποιά είναι; είπα εγώ.]

Ουχ οράς τον έτερον περίβολον εκείνον;
[Δεν βλέπεις τον άλλο περίβολο εκείνο;]

Και μάλα, έφην εγώ.
[Και βέβαια, είπα εγώ.]

Ουκούν έξω του περιβόλου παρά την είσοδον γυνή τις έστηκεν, ή δοκεί πάνυ καθάριος και εύτακτος είναι; 
[Λοιπόν, έξω από τον περίβολο, κοντά στην είσοδο, κάποια γυναίκα στέκεται, η οποία φαίνεται πως είναι πολύ καθαρή και περιποιημένη;]
Και μάλα.
[Και βέβαια.]

Ταύτην τοίνυν οι πολλοί και εικαίοι των ανδρών Παιδείαν καλούσιν · ουκ έστι δε, αλλά Ψευδοπαιδεία, έφη. Οι μεν τοι σωζόμενοι οπόταν βούλωνται εις την αληθινήν Παιδείαν ελθείν, ώδε πρώτον παραγίγνονται.
[Αυτήν, οι περισσότεροι και κούφιοι από τους ανθρώπους, Παιδεία την ονομάζουν · δεν είναι όμως Παιδεία, αλλά είναι Ψευδοπαιδεία, είπε. Εκείνοι που σώζονται, όταν θέλουν να έλθουν στην αληθινή Παιδεία, από αυτήν εδώ θα περάσουν πρώτα.]

Πότερον ούν άλλη οδός ουκ έστιν επί την αληθινήν Παιδείαν άγουσα.
[Ποιό λοιπόν από τα δύο, υπάρχει ή όχι άλλος δρόμος, που να οδηγεί στην αληθινή Παιδεία;]

Ουκ έστιν, έφη.
[Δεν υπάρχει, είπε.]

[ΙΓ'] Ούτοι δε οι άνθρωποι οι έσω του περιβόλου ανακάμπτοντες τίνες εισίν;
[Και αυτοί οι άνθρωποι, που περπατούν στο εσωτερικό του περιβόλου, ποιοί είναι;]
Oι της Ψευδοπαιδείας, έφη, ερασταί ηπατημένοι και οιόμενοι μετά της αληθινής Παιδείας συνομιλείν.
[Οι εραστές της Ψευδοπαιδείας, είπε, εξαπατημένοι και οι οποίοι νομίζουν ότι συναναστρέφονται με την αληθινή Παιδεία.]
Τίνες ουν καλούνται ούτοι;
[Πώς ονομάζονται αυτοί;]

Οι μεν ποιηταί, έφη, οι δε ρήτορες, οι δε διαλεκτικοί, οι δε μουσικοί, οι δε αριθμητικοί, οι δε γεωμέτραι, οι δε αστρολόγοι, οι δε κριτικοί, οι δε ηδονικοί, οι δε περιπατητικοί και όσοι τούτοις εισί παραπλήσιοι.
[Άλλοι ποιητές, είπε, άλλοι ρήτορες, άλλοι διαλεκτικοί, άλλοι μουσικοί, άλλοι μαθηματικοί, άλλοι γεωμέτρες, άλλοι αστρολόγοι, άλλοι κριτικοί, άλλοι ηδονικοί, άλλοι περιπατητικοί, και όλοι οι σε αυτούς παραπλήσιοι.]

[ΙΔ'] Αι δε γυναίκες αϊ δοκούσι περιτρέχειν όμοιαι ταις πρώταις, εν αίς, έφης, είναι την Ακρασίαν [και αι άλλαι αι μετ' αυτών] τίνες εισίν;
[Και οι γυναίκες αυτές που φαίνονται να τρέχουν εδώ και εκεί και μοιάζουν με τις πρώτες, ανάμεσα στις οποίες είπες ότι είναι η Ακράτεια [και οι άλλες που είναι μαζί τους] ποιές είναι;]
Αυταί εκείναι εισιν, έφη.
[Είναι οι ίδιες με τις άλλες, είπε.]

Πότερον ουν και ώδε εισπορεύονται;
[Ποιό λοιπόν από τα δύο, και αυτές εκεί πηγαίνουν ή όχι;]

Νη Δία και ώδε, σπανίως δε και ουχί ώσπερ εν τω πρώτω περιβόλω.
[Ναι, μα τον Δία, και αυτές εκεί, αλλά σπανίως και όχι όπως στον πρώτο περίβολο.]
Πότερον ουν και αι Δόξαι; έφην.
[Ποιό λοιπόν από τα δύο, και οι Δοξασίες ή όχι; είπα.]

Μένει γαρ και εν τούτοις το πόμα, ό έπιον παρά της Απάτης, και η άγνοια μένει [εν τούτοις νη Δία] και μετ' αυτής γε η αφροσύνη, και ου μη απέλθη απ' αυτών ουθ' η δόξα ουθ' η λοιπή κακία μέχρι άν απογνόντες της Ψευδοπαιδείας εισέλθωσιν εις την αληθινήν οδόν και πίωσι τας τούτων καθαρτικάς δυνάμεις. Είτα όταν καθαρθώσι και εκβάλωσι τα κακά πανθ' όσ' αν έχωσι και τας δόξας και την άγνοιαν και την λοιπήν κακίαν πάσαν, τότε [αν] ούτω σωθήσονται. Ώδε δε μένοντες παρά τη Ψευδοπαιδεία ουδέποτε απολυθήσονται ουδέ ελλείψει αυτούς κακόν ουδέν ένεκα τούτων των μαθημάτων.
[(Ναι) Διότι μένει και σε αυτούς το ποτό, που ήπιαν από την Απάτη και η άγνοια θα μείνει [σε αυτούς μα το Δία] και μαζί της η αφροσύνη και δεν θα φύγει ούτε η δόξα ούτε η υπόλοιπη κακία, έως ότου αποκηρύσσοντας την Ψευδοπαιδεία, εισέλθουν στον Αληθινό Δρόμο και πιούν τις Καθαρτικές από αυτά Δυνάμεις. Έπειτα, όταν καθαρθούν και αποβάλλουν όσα κακά έχουν, και τις δοξασίες και την άγνοια και όλη την υπόλοιπη κακία, τότε [μόνο] θα σωθούν. Εάν όμως, παραμείνουν κοντά στην Ψευδοπαιδεία, δεν θα απαλλαγούν ποτέ, ούτε θα τους λείψει κανένα κακό, εξαιτίας αυτών των μαθημάτων.]

[ΙΕ'] Ποία ουν αύτη η οδός εστιν η φέρουσα επί την αληθινήν Παιδείαν; [έφην].
[Και ποιός είναι αυτός ο δρόμος που οδηγεί στην αληθινή Παιδεία;]

Οράς άνω, έφη, τόπον τινά εκείνον, όπου ουδείς επικατοικεί, αλλ' έρημος, δοκεί είναι;
[Βλέπεις πάνω, είπε, εκείνον τον τόπο, όπου δεν κατοικεί κανείς, αλλά έρημος φαίνεται να είναι;]
Ορώ.
[Bλέπω.]

Ουκούν και θύραν τινά μικράν και οδόν τινα προ της θύρας, ήτις ου πολύ όχλείται, αλλ' ολίγοι πάνυ πορεύονται ώσπερ [δι'] ανοδίας τινός και τραχείας και πετρώδους είναι δοκούσης;
[Λοιπόν, και μια θύρα μικρή και έναν δρόμο μπροστά στην θύρα, που δεν έχει πολύ όχλο, αλλά πολύ λίγοι άνθρωποι βαδίζουν, γιατί δείχνει να μην είναι δρόμος στην πραγματικότητα, και είναι τραχύς και πετρώδης;]
Και μάλα, έφην.
[Και βέβαια, είπα.]

Ουκούν κανι βουνός τις υψηλός δοκεί είναι και ανάβασις στενή πάνυ και κρημνούς έχουσα ένθεν και ένθεν βαθείς.
[Και ένα βουνό ψηλό φαίνεται να είναι και ανάβαση πολύ στενή και γκρεμούς να έχει από εδώ και από εκεί βαθείς;]

Ορώ.
[Βλέπω.]

Αύτη τοίνυν εστίν η οδός, έφη, η άγουσα προς την αληθινήν Παιδείαν.
[Αυτός είναι ο δρόμος, είπε, που οδηγεί στην Αληθινή Παιδεία.]

Και μάλα γε χαλεπή προσιδείν.
[Και είναι πολύ δύσκολο να τον κοιτάξει κανείς.]
Ουκούν και άνω επί του βράχου οράς πέτραν τινά μεγάλην και υψηλήν και κύκλω απόκρημνον;
[Λοιπόν, και πάνω στο βράχο, βλέπεις μια πέτρα μεγάλη και ψηλή και γύρω απόκρημνο;]

Ορώ, έφην. 
[Βλέπω, είπα.]

[ΙS'] Οράς ούν και γυναίκας δύο εστηκυίας επί της πέτρας λιπαράς και ευεκτούσας τω σώματι, ως εκτετάκασι τας χείρας προθύμως;
[Bλέπεις και δύο γυναίκες, να στέκονται επάνω στην πέτρα, ζωηρές και καλοφτιαγμένες, πως εκτείνουν τα χέρια πρόθυμα;]
Ορώ, αλλά τίνες καλούνται, έφην, αύται;
[Bλέπω, αλλά πως ονομάζονται, είπα, αυτές;]

Η μεν Εγκράτεια καλείται, έφη, η δε Καρτερία · εισί δε αδελφαί.
[Η μία Εγκράτεια καλείται, είπε, η άλλη Καρτερία · είναι αδελφές.]

Τι ουν τας χείρας εκτετάκασι προθύμως ούτως;
[Γιατί λοιπόν έχουν τα χέρια τεντωμένα τόσο πρόθυμα;]
Παρακαλούσιν, έφη, τους παραγινομένους επί τον τόπον θαρρείν και μη αποδειλιάν λέγουσαι ότι βραχύ έτι δει καρτερήσαι αυτούς, είτα ήξουσιν εις οδόν καλήν.
[Παρακαλούν, είπε, αυτούς που φτάνουν στον τόπο αυτό, να έχουν θάρρος και να μην δειλιάζουν, λέγουσες ότι πρέπει να δείξουν υπομονή για λίγο ακόμη και έπειτα θα φθάσουν σε οδό καλή.]
Όταν ουν παραγένωνται επί την πέτραν, πώς αναβαίνουσιν; ορώ γαρ οδόν φέρουσαν ουδεμίαν επ' αυτάς.
[Και όταν φτάνουν στην πέτρα, πώς ανεβαίνουν; γιατί βλέπω οτι κανείς δρόμος δεν οδηγεί σε καμμια από αυτές.]
Αύται από του κρημνού προσκαταβαίνουσι και έλκουσιν αυτούς άνω προς αυτάς, είτα κελεύουσιν αυτούς διαναπαύσασθαι · και μετά μικρόν διδόασιν ισχύν και θάρσος και επαγγέλλονται αυτούς καταστήσειν προς την αληθινήν Παιδείαν και δεικνύουσιν αυτοίς την οδόν, ως έστι καλή τε και ομαλή και ευπόρευτος και καθαρά παντός κακού, ώσπερ οράς.
[Αυτές από τον γκρεμό κατεβαίνουν και τραβούν αυτούς επάνω προς αυτές, έπειτα τους συμβουλεύουν να αναπαυθούν · και έπειτα από μικρό διάστημα τους δίνουν δύναμη και θάρρος και υπόσχονται οτι θα οδηγήσουν αυτούς στην αληθινή Παιδεία και τους δείχνουν την οδό, οτι είναι καλή και ομαλή και εύκολη στην πόρευση, και καθαρή από κάθε κακό, όπως βλέπεις.]

Εμφαίνει νη Δία.
[Εμφαίνεται, μα το Δία.]

[ΙΖ'] Οράς ουν, έφη, και έμπροσθεν του άλσους εκείνου τόπον τινά, ος δοκεί καλός τε είναι και λειμωνοειδής και φωτί πολλώ καταλαμπόμενος;
[Βλέπεις, είπε, και μπροστά από το άλσος εκείνο έναν τόπο, που φαίνεται να είναι καλός και χλοερός και από πολλά φώτα ολόλαμπρος;]

Και μάλα.
[Και βέβαια.]

Κατανοείς ουν εν μέσω τω λειμώνι περίβολον έτερον και πύλην ετέραν;
[Διακρίνεις λοιπόν μέσα στον λειμώνα, άλλο περίβολο και άλλη πύλη;]
Έστιν ούτως · αλλά τις καλείται ο τόπος ούτος;
[Eίναι έτσι · αλλά πώς καλείται ο τόπος αυτός;]

Ευδαιμόνων οικητήριον, έφη · ώδε γαρ διατρίβουσιν αι Αρεταί πάσαι και η Ευδαιμονία.
[Ευδαιμόνων οικία, είπε · διότι, εκεί ζουν όλες οι Αρετές και η Ευδαιμονία.]

Είεν, έφην εγώ, ως καλόν λέγεις τον τόπον είναι.
[Πόσο καλός είναι ο τόπος, είπα, για τον οποίο λες.]
[ΙΗ'] Ουκούν παρά την πύλην οράς, έφη, ότι γυνή τις εστί καλή και καθεστηκυία το πρόσωπον, μέση δε και κεκριμένη ήδη τη ηλικία, στολήν δ' έχουσα απλήν τε και ακαλλώπιστον; έστηκε δε ουκ επί στρογγυλού λίθου, αλλ' επί τετραγώνου ασφαλώς κειμένου. Και μετά ταύτης άλλαι δύο εισί θυγατέρες τινές δοκούσαι είναι.
[Βλέπεις κοντά στην πύλη, είπε, οτι υπάρχει μια ωραία γυναίκα, κάπως προχωρημένης ηλικίας με όμορφο όμως πρόσωπο, και με απλή και αστόλιστη ενδυμασία; στέκει όχι σε στρογγυλή πέτρα, αλλά σε τετράγωνη, με σταθερή βάση. Και μαζί της είναι άλλες δύο που φαίνεται οτι είναι θυγατέρες της.]

Εμφαίνει ούτως έχειν.
[Εμφαίνεται έτσι έχει.]

Τούτων τοίνυν η μεν εν τω μέσω Παιδεία εστίν, η δε Αλήθεια, η δε Πειθώ.
[Από αυτές η μεσαία είναι η Παιδεία, η άλλη η Αλήθεια και η άλλη η Πειθώ.]
Τι δε έστηκεν επί λίθου τετραγώνου αύτη;
[Γιατί στέκει σε πέτρα τετράγωνη αυτή;]
Σημείον, έφη, ότι ασφαλής τε και βεβαία η προς αυτήν οδός εστι τοις αφικνουμένοις και των διδομένων ασφαλής η δόσις τοις λαμβάνουσι.
[Σημείο, είπε, είναι, οτι ασφαλής και βέβαιη είναι η οδός που οδηγεί σε αυτήν για όσους έρχονται και οτι είναι σίγουρα αυτά που δίδονται στους λήπτες.]
Και τίνα εστίν, ά δίδωσιν αύτη;
[Και ποια είναι αυτά, που δίδει αυτή;]
Θάρσος και αφοβία, έφη εκείνος.
[Θάρρος και Αφοβία, είπε εκείνος.]
Ταύτα δε τίνα εστίν;
[Αυτά ποιά είναι συγκεκριμένα;]

Επιστήμη, έφη, του μηδέν άν ποτέ δεινόν παθείν εν τω βίω.
[Γνώση, είπε, του να μην παθαίνει κανείς τίποτε κακό στη ζωή.]
[ΙΘ'] Ω Ηράκλεις ως καλά, έφην, τα δώρα. Αλλά τίνος ένεκεν ούτως έξω του περιβόλου έστηκεν;
[Ω Ηρακλή, πόσο καλά, είπα, είναι τα δώρα. Αλλά γιατί στέκεται έτσι έξω από τον περίβολο;]
Όπως τους παραγινομένους, έφη, θεραπεύη και ποτίζη την καθαρτικήν δύναμιν. Είθ' όταν καθαρθώσιν, ούτως εισάγει τούτους προς τας Αρετάς.
[Ώστε τους ερχομένους, είπε, να θεραπεύει και να ποτίζει με την Καθαρτική της Δύναμη. Έπειτα όταν καθαρθούν, έτσι τους οδηγεί στις Αρετές.]
Πώς τούτο; έφην εγώ, ου γαρ συνίημι.
[Πώς αυτό; είπα εγώ, γιατι δεν καταλαβαίνω.]
Αλλά συνήσεις, έφη, ως άν, ει τις φιλότιμος κάμνων ετύγχανε προς ιατρόν άν δήπου γενόμενος πρότερον καθαρτικοίς εξέβαλλε τα νοσοποιούντα, είτα ούτως άν ο ιατρός αυτόν εις ανάληψιν και υγείαν κατέστησεν, ει δε μη επείθετο οις επέταττεν, ευλόγως αν δήπου απωσθείς εξώλετο υπό της νόσου.
[Αλλά θα καταλάβεις, είπε, όπως εάν κάποιος τύχαινε να αρρωστήσει και με φιλότιμο πήγαινε στον ιατρό, κατά πρώτον ο ιατρός, νομίζω, θα εξάλειφε όλα εκείνα που προκαλούν την νόσο και έτσι θα τον διέσωζε και θα αποκαταστούσε την υγεία του, εάν όμως δεν ακολουθούσε τις συνταγές του, εύλογα, εάν δεν απατώμαι, εκδιωγμένος από τον ιατρό, θα χανόταν, εξαιτίας της ασθένειας.]
Ταύτα μεν συνίημι, έφην εγώ.
[Αυτά τα κατανοώ, είπα εγώ.]
Τον αυτόν τοίνυν τρόπον, έφη, και προς την Παιδείαν όταν τις παραγένηται, θεραπεύει αυτόν και ποτίζει τη εαυτής δυνάμει, όπως εκκαθάρη πρώτον και εκβάλη τα κακά πάντα όσα έχων ήλθε.
[Κατά τον ίδιο τρόπο, είπε, όταν φθάσει κάποιος στην Παιδεία, τον θεραπεύει και τον ποτίζει με τη δική της Δύναμη, για να τον Καθάρει πρώτα, και να του εκβάλει όλα τα κακά τα οποία είχε όταν ήλθε.]
Ποία ταύτα;
[Ποιά είναι αυτά;]
Την άγνοιαν και τον πλάνον, ον επεπώκει παρά της Απάτης, και την αλαζονείαν και την επιθυμίαν και την ακρασίαν και τον θυμόν και την φιλαργυρίαν και τα λοιπά πάντα, ων ενεπλήσθη εν τω πρώτω περιβόλω.
[H άγνοια και η πλάνη, που έχει ποτιστεί από την Απάτη και την αλαζονεία και την επιθυμία και την ακράτεια και τον θυμό και την φυλαργυρία και τα λοιπά όλα, με τα οποία γέμισε όσο ήταν στον πρώτο περίβολο.]

[Κ'] Όταν ουν καθαρθή, πού αυτόν αποστέλλει;
[Όταν καθαρθεί, που τον αποστέλλει;]
Ένδον, έφη, προς την Επιστήμην και προς τας άλλας Αρετάς. 
[Μέσα, είπε, προς την Επιστήμη και προς τις άλλες Αρετές.]
Ποίας ταύτας;
[Ποιές είναι αυτές;]

Ουχ οράς, έφη, έσω της πύλης χορόν γυναικών, ως ευειδείς δοκούσιν είναι και εύτακτοι και στολήν ατρύφερον και απλήν έχουσιν · έτι τε ως άπλαστοι εισι και ουδαμώς κεκαλλωπισμέναι καθάπερ αι άλλαι;
[Δεν βλέπεις, είπε, μέσα από την πύλη χορό γυναικών, πόσο ωραίες φαίνονται οτι είναι και τακτικές και ντυμένες απλά και χωρίς τρυφηλότητα · και ακόμη, πόσο ανεπιτήδευτες και καθόλου καλλωπισμένες, όπως οι άλλες;]
Ορώ, έφην. Αλλά τίνες αύται καλούνται;
[Βλέπω, είπα. Αλλώ πώς ονομάζονται αυτές;]

H μεν πρώτη Επιστήμη, έφη, καλείται, αι δε άλλαι ταύτης αδελφαί Ανδρεία, Δικαιοσύνη, Καλοκαγαθία, Σωφροσύνη, Ευταξία, Ελευθερία, Εγκράτεια, Πραότης.
[H πρώτη Επιστήμη, είπε, ονομάζεται, οι άλλες αδελφές της, Ανδρεία, Δικαιοσύνη, Καλοκαγαθία, Σωφροσύνη, Ευταξία, Ελευθερία, Εγκράτεια, Πραότης.]

Ω κάλλιστε, έφην έγωγε, ως εν μεγάλη ελπίδι εσμέν.
[Ω κάλλιστε, είπα εγώ, σε τι μεγάλη ελπίδα είμαστε.]
Εάν συνήτε, έφη, και έξιν περιποιήσησθε ών ακούετε.
[Εάν συνειδητοποιήσετε, είπε, και με συνήθεια εφαρμόσετε όσα ακούτε.]
Αλλά προσέξομεν, έφην έγωγε, ως μάλιστα.
[Θα προσέξουμε, είπα εγώ, πάρα πολύ.]
Τοιγαρούν, έφη, σωθήσεσθε.
[Για αυτό λοιπόν, είπε, θα σωθείτε.]
[ΚΑ'] Όταν ουν παραλαβώσιν αυτόν αύται, πού άγουσι;
[Όταν λοιπόν τον παραλάβουν αυτές, που τον οδηγούν;]

Προς την μητέρα, έφη.
[Προς τη μητέρα, είπε.]
Αύτη δε τις εστιν;
[Αυτή ποιά είναι;]
Ευδαιμονία, έφη.
[H Eυδαιμονία, είπε.]
Ποία δ' εστίν αύτη;
[Ποια είναι αυτή;]
Οράς την οδόν εκείνην την φέρουσαν επί το υψηλόν εκείνο, ό εστιν ακρόπολις των περιβόλων πάντων;
[Βλέπεις την οδό εκείνη που φέρνει (οδηγεί) στο υψηλό εκείνο (σημείο), το οποίο είναι η ακρόπολη όλων των περιβόλων;]
Ορώ.
[Bλέπω.]

Ουκούν επί του προπυλαίου γυνή καθεστηκυία ευειδής τις κάθηται επί θρόνου υψηλού κεκοσμημένη ελευθέρως και απεριέργως και εστεφανωμένη στεφάνω ευανθεί πάνυ καλώ.
[Λοιπόν στο προπύλαιο, μια γυναίκα όμορφη κάθεται σε υψηλό θρόνο, στολισμένη με ελευθερία και απλότητα και στεφανωμένη με στεφάνι πολύ ωραίο πλούσιο σε άνθη.]

Εμφαίνει ούτως.
[Εμφαίνεται έτσι.]
Αύτη τοίνυν εστίν η Ευδαιμονία, έφη.
[Αυτή είναι η Ευδαιμονία, είπε.]
[ΚΒ'] Όταν ουν ώδε τις παραγένηται τί ποιεί;
[Και οταν φτάσει κανείς εκεί, τι κάνει;]
Στεφανοί αυτόν, έφη, τη εαυτής δυνάμει ή τε Ευδαιμονία και αι άλλαι αρεταί πάσαι ώσπερ τους νενικηκότας τους μεγίστους αγώνας.
[Στεφανώνει αυτόν, είπε, με τη Δύναμή της και η Ευδαιμονία, και οι άλλες Αρετές όλες, όπως ακριβώς εκείνους που έχουν νικήσει τους μεγίστους αγώνες.]
Και ποίους αγώνας νενίκηκεν αυτός; έφην εγώ.
[Και ποιούς αγώνες νίκησε αυτός; είπα εγώ.]
Τους μεγίστους, έφη, και τα μέγιστα θηρία, ά πρότερον κατήσθιε και εκόλαζε και εποίει δούλον, ταύτα πάντα νενίκηκε και απέρριψεν αφ' εαυτού και κεκράτηκεν εαυτού, ώστε εκείνα νύν τούτω δουλεύουσι, καθάπερ ούτος εκείνοις πρότερον.
[Τους μεγίστους, είπε, και τα μέγιστα θηρία, τα οποία προηγουμένως τον κατέτρωγαν και τον βασάνιζαν και τον δουλοποιούσαν, όλα αυτά τα ενίκησε και τα επέρριψε από τον εαυτό του και αυτοσυγκρατήθηκε, ώστε τώρα εκείνα τον υπηρετούν, ακριβώς όπως πρωτύτερα αυτός εκείνα.]

[ΚΓ'] Ποία ταύτα λέγεις θηρία; πάνυ γαρ επιποθώ ακούσαι.
[Ποια λες θηρία; πολυ ποθώ να ακούσω.]

Πρώτον μεν, έφη, την Άγνοιαν και τον Πλάνον, ή ου δοκεί σοι ταύτα θηρία;
[Πρώτα, είπε, την Άγνοια και την Πλάνη, ή μήπως δεν σου φαίνονται αυτά θηρία;]
Και πονηρά γε, έφην εγώ.
[Kαι βέβαια είναι θηρία, απάντησα εγώ.]

Είτα την Λύπην και τον Οδυρμόν και την Φιλαργυρίαν και την Ακρασίαν και την λοιπήν άπασαν Κακίαν. Πάντων τούτων κρατεί και ου κρατείται ώσπερ πρότερον.
[Έπειτα την Λύπη και τον Οδυρμό και την Φιλαργυρία και την Ακράτεια και όλη την υπόλοιπη Κακία. Όλα αυτά (εκείνος) τα ελέγχει και δεν ελέγχεται από αυτά όπως πριν.]

Ω καλών έργων, έφην εγώ, και καλλίστης νίκης! αλλ' εκείνο έτι μοι είπε · τις η δύναμις του στεφάνου, ώ έφης στεφανούσθαι αυτόν;
[Πόσο καλά έργα, είπα εγώ, και τι ωραία νίκη! αλλά εκείνο πές μου ακόμη · ποια η Δύναμη του στεφανιού, με το οποίο είπες οτι αυτός στεφανώνεται;]
Eυδαιμονική, ω νεανίσκε. Ο γαρ στεφανωθείς ταύτη τη δυνάμει ευδαίμων γίνεται και μακάριος και ουκ έχει εν ετέροις τας ελπίδας της ευδαιμονίας, αλλ' εν αυτώ.
[Ευδαιμονική, ω νεαρέ. Διότι ο στεφανωμένος με αυτή τη Δύναμη, Ευδαίμων γίνεται και Μακάριος και δεν έχει σε άλλους και άλλα τις ελπίδες της Ευδαιμονίας, αλλά μέσα στον Εαυτό του.]

[ΚΔ'] Ως καλόν το νίκημα λέγεις! Όταν δε στεφανωθή, τί ποιεί ή ποί βαδίζει;
[Πόσο καλό είναι το βραβείο που λες! Όταν στεφανωθεί, τί κάνει ή που βαδίζει;]

Άγουσιν αυτόν υπολαβούσαι οι Αρεταί προς τον τόπον εκείνον, όθεν ήλθεν πρώτον, και δεικνύουσιν αυτώ τους εκεί διατριβόντας ως κακώς διατρίβουσι και αθλίως ζώσι και ως ναυαγούσιν εν τω βίω και πλανώνται και άγονται κατακεκρατημένοι ώσπερ υπό πολεμίων, οι μεν υπ' Ακρασίας, οι δε υπ' Αλαζονείας, οι δε υπό Φιλαργυρίας, έτεροι δε υπό Κενοδοξίας, οι δε υφ' ετέρων Κακών. Εξ ών ου δύνανται εκλύσαι εαυτούς των δεινών, οίς δέδενται, ώστε σωθήναι και αφικέσθαι ώδε, αλλά ταράττονται διά παντός του βίου. Τούτο δε πάσχουσι δια το μη δύνασθαι την ενθάδε οδόν ευρείν · επελάθοντο γαρ το παρά του Δαιμονίου πρόσταγμα.
[Τον λαμβάνουν οι Αρετές και τον οδηγούν στον τόπο εκείνο, από όπου ήλθε πρώτα, και του δείχνουν εκείνους που ζουν εκεί, πως περνούν άσχημα και πως ζουν άθλια και ναυαγούν στο βίο και περιπλανώνται και οδηγούνται σαν να έχουν αιχμαλωτισθεί απο εχθρούς, άλλοι από την Ακράτεια, άλλοι από την Αλαζονεία, άλλοι από την Φιλαργυρία, άλλοι από την Κενοδοξία και άλλοι από άλλα Κακά. Από αυτά τα δεινά δεν μπορούν να λυσούν τον εαυτό τους, με τα οποία έχουν δεθεί, ώστε να σωθούν και να φτάσουν εδώ, αντίθετα ταράζονται σε όλη τους τη ζωή. Αυτό το παθαίνουν επειδή δεν μπορούν να βρουν αυτήν εδώ την οδό · επειδή λησμόνησαν την προσταγή του Δαιμονίου.]

[ΚΕ'] Ορθώς μοι δοκείς λέγειν. Αλλά και τούτο πάλιν απορώ, δια τι δεικνύουσιν αυτώ τον τόπον εκείνον αι Αρεταί, όθεν ήκει το πότερον.
[Σωστά μου φαίνεται πως τα λες. Αλλά και για αυτό απορώ, γιατι δείχνουν οι Αρετές σε αυτόν, εκείνον τον τόπο από τον οποίον ήλθε πριν;]
Ουκ ακριβώς ήδει ουδέ ηπίστατο, έφη, ουδέν των εκεί, αλλ' ενεδοίαζε και δια την άγνοιαν και τον πλάνον, όν δη επεπώκει, τα μη όντα αγαθά ενόμιζεν αγαθά είναι και τα μη όντα κακά κακά. Διό και έζη κακώς, ώσπερ οι άλλοι οι εκεί διατριβόντες. Νυν δε απειληφώς την επιστήμην των συμφερόντων αυτός τε καλώς ζη και τούτοις θεωρεί ως κακώς πράσσουσιν.
[Δεν γνώριζε ακριβώς, ούτε ήξερε, είπε, τίποτε από τα εκεί, αλλά ενδοίαζε και από άγνοια και από πλάνη, που είχε πιεί, όσα δεν ήταν αγαθά, νόμιζε οτι είναι αγαθά, και αυτά που δεν ήταν κακά, (νόμιζε) κακά. Δι΄ αυτό και ζούσε κακώς, όπως ακριβώς και οι άλλοι που ζούσαν εκεί. Τώρα όμως, που κατέχει την γνώση των συμφερόντων και ο ίδιος ζει καλά, θεωρεί για εκείνους οτι πράττουν άσχημα.]

[ΚS'] Επειδάν ούν θεωρήση πάντα, τι ποιεί ή ποί έτι βαδίζει;
[Όταν λοιπόν τα παρατηρήσει όλα αυτά, τί κάνει ή που πλέον βαδίζει;]
Όποι άν βούληται, έφη. Πανταχού γαρ έστιν αυτώ ασφάλεια ώσπερ το κηρύκειον έχοντι [(σημ: δεύτερη γραφή) ώσπερ τω το Κωρύκιον άντρον έχοντι], και πανταχού, ού άν αφίκηται, πάντα καλώς βιώσεται μετά πάσης ασφαλείας. Υποδέξονται γαρ αυτόν ασμένως πάντες καθάπερ τον ιατρόν οι πάσχοντες. 
[Όπου επιθυμεί, είπε. Διότι παντού είναι ασφαλής, όπως αυτός που κατέχει το Κηρύκειο, και παντού, όπου πηγαίνει, θα ζήσει καλά και με κάθε ασφάλεια. Διότι θα τον υποδεχθούν όλοι με χαρά, όπως ακριβώς οι άρρωστοι τον ιατρό.
Πότερον ουν κακείνας τας γυναίκας, άς έφης θηρία είναι, ουκέτι φοβείται, μη τι πάθη υπ' αυτών;
[Ποιό λοιπόν από τα δυο, και εκείνες τις γυναίκες που αποκάλεσες θηρία, τις φοβάται πια μήπως του κάνουν κανένα κακό ή όχι;]

Ου μη διοχληθήσεται ουδέν ούτε από Οδύνης ούτε από Λύπης ούτε υπ' Ακρασίας ούτε υπό Φυλαργυρίας ούτε υπό Πενίας ούτε υπό άλλου Κακού ουδενόςΑπάντων γαρ κυριεύει και επάνω πάντων εστί των πρότερον αυτόν λυπούντων καθάπερ οι εχιολέκταιΤα γαρ θηρία δήπου τα πάντας τους άλλους κακοποιούντα μέχρι θανάτου εκείνους ου λυπεί δια το έχειν αντιφάρμακον αυτούς. Ούτω και τούτον ουκέτι ουδέν λυπεί δια το έχειν αντιφάρμακον.
[Δεν θα ενοχληθεί πλέον ούτε από την καθόλου ούτε από την Οδύνη ούτε από τη Λύπη ούτε από την Ακράτεια ούτε από την Φιλαργυρία ούτε από την Πενία ούτε από κανένα άλλο κακό. Και αυτό διότι όλα τα εξουσιάζει και είναι πάνω από όλα αυτά, τα οποία προηγουμένως τον λυπούσαν, όπως ακριβώς αυτοί που πιάνουν τις οχιές. Διότι τα θηρία που όλους τους άλλους κακοποιούν μέχρι θανάτου, εκείνους δεν τους ενοχλούν, διότι αυτοί έχουν το αντιφάρμακο. Έτσι και αυτόν τίποτα πιά δεν τον πικραίνει, γιατι έχει αντιφάρμακο.]
[ΚΖ'] Καλώς εμοί δοκείς λέγειν. Αλλ' έτι τουτό μοι ειπέ. Τίνες εισίν ούτοι οι δοκούντες εκείθεν από του βουνού παραγίνεσθαι; και οι μεν αυτών αστεφανωμένοι έμφασιν ποιούσιν ευφροσύνης τινός, οι δε αστεφάνωτοι λύπης και ταραχής και τας κνήμας και τας κεφαλάς δοκούσι τετρίφθαι, κατέχονται δε υπό γυναικών τινων.
[Καλώς μου φαίνεται πως τα λες. Αλλά ακόμη και τουτο πες μου. Ποιοι είναι αυτοί που φαίνονται να έρχονται πέρα από το βουνό; Και όσοι από αυτούς είναι στεφανωμένοι φαίνονται πως χαίρονται, ενώ όσοι είναι αστεφάνωτοι είναι λυπημένοι και ταραγμένοι και χτυπούν τις κνήμες τους και τα κεφάλια τους και συγκρατούνται από κάποιες γυναίκες.]

Οι μεν εστεφανωμένοι οι σεσωσμένοι εισί προς την Παιδείαν και ευφραίνονται τετυχηκότες αυτής. Οι δε αστεφάνωτοι οι μεν απεγνωσμένοι υπο της Παιδείας ανακάμπτουσι κακώς και αθλίως διακείμενοι · οι δε αποδεδειλιακότες και ουκ αναβεβηκότες προς την Καρτερίαν πάλιν ανακάμπτουσι και πλανώνται ανοδία.
[Οι στεφανωμένοι είναι όσοι έχουν σωθεί από την Παιδεία και είναι χαρούμενοι, διότι την έχουν συναντήσει. Όσοι αστεφάνωτοι έχουν εγκαταλειφθεί από την Παιδεία, επιστρέφουν σε άθλια κατάσταση. Όσοι εξαιτίας της δειλίας δεν έχουν ανέβει προς την Καρτερία, επιστρέφουν και περιπλανώνται, χωρίς δρόμους.]

Αι δε γυναίκες αι μετ' αυτών ακολουθούσαι τίνες εισίν αύται;
[Και οι γυναίκες που τους ακολουθούν, ποιές είναι;]

Λύπαι, έφη, και Οδύναι και Αθυμίαι και Αδοξίαι και Άγνοιαι.
[Λύπες, είπε, και Οδύνες και Στενοχώριες και Δυσφημίες και Άγνοιες.]
[ΚΗ'] Πάντα κακά λέγεις αυτοίς ακολουθείν.
[Όλα τα κακά λες οτι τους ακολουθούν.]
Νη Δία πάντα, έφη, επακολουθούσιν. Όταν δε ούτοι παραγένωνται εις τον πρώτον περίβολον προς την Ηδυπάθειαν και την Ακρασίαν, ουχ εαυτούς οιτιώνται, αλλ' ευθύς κακώς λέγουσι και την Παιδείαν και τους εκείσε βαδίζοντας, ως ταλαίπωροι και άθλιοι εισι και κακοδαίμονες, οϊ τον βίον τον παρ' αυταίς απολιπόντες κακώς ζώσι και ουκ απολαύουσι των παρ' αυταίς αγαθών.
[Ναι, μα το Δία, είπε, όλα τους ακολουθούν από πίσω. Όταν αυτοί φθάσουν στον πρώτο περίβολο και στην Ακράτεια, δεν μέμφονται τον εαυτό τους, αλλά κατηγορούν και την Παιδεία και αυτούς που βαδίζουν προς τα εκεί αποκαλώντας τους ελεεινούς και αθλίους και δυστυχείς, διότι αυτοί, αφού άφησαν τη ζωή που περνούσαν κοντά σε αυτές, δυστυχούν και δεν απολαμβάνουν τα δικά τους καλά.]

Ποία δε λέγουσιν αγαθά είναι;
[Ποια αποκαλούν καλά;]

Την ασωτίαν και την ακρασίαν, ως είποι αν τις επί κεφαλαίου. Το γαρ ευωχείσθαι βοσκημάτων τρόπον απόλαυσιν μεγίστων αγαθών ηγούνται είναι.
[Την ασωτεία και την ακράτεια, όπως θα μπορούσε κάποιος να αποφανθεί με συντομία. Διότι το να τρώνε και να πίνουν όπως τα ζώα, το θεωρούν απόλαυση των μεγαλύτερων αγαθών.]
[ΚΘ'] Αι δε έτεραι γυναίκες αι εκείθεν παραγινόμεναι ιλαραί τε και γελώσαι τίνες καλούνται;
[Και οι άλλες γυναίκες που έρχονται από εκεί εύθυμες και γελαστές, πως ονομάζονται;]

Δόξαι, έφη, και αγαγούσαι προς την Παιδείαν τους εισελθόντας προς τας Αρετάς ανακάμπτουσιν, όπως ετέρους αγάγωσι, και αναγγείλωσιν, ότι ευδαίμονες ήδη γεγόνασιν ούς τότε απήγαγον.
[Δόξες, είπε, και αφού οδηγήσουν προς την Παιδεία τους εισελθόντες προς τις Αρετές, επιστρέφουν με σκοπό να οδηγήσουν και άλλους και να αναγγείλουν οτι αυτοί που είχαν παραλάβει είναι πλέον ευτυχείς.]
Πότερον, ούν, έφην, εγώ, αύται είσω προς τας Αρετάς ουκ εισπορεύοντο;
[Ποιό λοιπόν από τα δύο, είπα εγώ, πηγαίνουν μέσα στις αρετές ή όχι;]

[Έφη ού.] Ου γαρ θέμις Δόξαν εισπορεύεσθαι προς την Επιστήμην, αλλά τη Παιδεία παραδιδόασιν αυτούς. Είτα όταν η Παιδεία παραλάβη, ανακάμπτουσιν αύται πάλιν άλλους άξουσαι, ώσπερ αι νήες τα φορτία εξελόμεναι πάλιν ανακάμπτουσι και άλλων τινών γεμίζονται.
[[Είπε όχι.] Διότι δεν είναι θεμιτό να πηγαίνει η Δοξασία στην Επιστήμη, αλλά τους παραδίδουν στην Παιδεία. Όταν τους παραλάβει η Παιδεία, επιστρέφουν αυτές πάλι για να οδηγήσουν άλλους, όπως ακριβώς τα πλοία αφού ξεφορτώσουν τα φορτία, επιστρέφουν και γεμίζουν με άλλα.]
[Λ'] Ταύτα μεν δη καλώς μοι δοκείς, έφην, εξηγείσθαι. Αλλ' εκείνο ουδέπω ημίν δεδήλωκας, τί προστάττει το Δαιμόνιον τοίς εισπορευομένοις εις τον Βίον ποιείν.
[Αυτά μου φαίνεται σωστά, είπα, πως τα εξηγείς. Αλλά εκείνο δεν μου έχεις κάνει ακόμη φανερό, τι προστάζει το Δαιμόνιον τους εισερχομένους στον Βίο, να πράττουν.]
Θαρρείν, έφη. Διό και υμείς θαρρείτε · πάντα γαρ εξηγήσομαι και ουδέν παραλείψω.
[Να έχουν θάρρος, είπε. Γι' αυτό και εσείς να έχετε θάρρος · διότι όλα θα σας τα εξηγήσω και δεν θα παραλείψω τίποτα.]
Καλώς λέγεις, έφην εγώ.
[Καλά λες, είπα εγώ.]

Εκτείνας ουν την χείραν, πάλιν, οράτε, έφη, την γυναίκα εκείνην, η δοκεί τυφλή τις είναι και επί λίθου στρογγυλού εστάναι, ήν και άρτι υμίν είπον ότι Τύχη καλείται;
[Αφού άπλωσε το χέρι ξανά, βλέπετε, είπε, τη γυναίκα εκείνη, η οποία φαίνεται τυφλή και στέκεται πάνω σε στρογγυλή πέτρα, για την οποία πριν λίγο σας είπα πως Τύχη ονομάζεται;]
Ορώμεν.
[Βλέπουμε.]

[ΛΑ'] Ταύτη κελεύει, έφη, μη πιστεύειν και βέβαιον μηδέν νομίζειν μηδέ ασφαλές είναι, ότι άν παρ' αυτής λάβη τις μηδέ ως ίδια ηγείσθαι. Ουδέν γαρ κωλύει πάλιν ταύτα αφελέσθαι και ετέρω δούναι, πολλάκις γαρ είωθε τούτο ποιείν. Και δια ταύτην ούν την αιτίαν κελεύει προς τας παρ' αυτής δόσεις ίσους γίνεσθαι και μήτε χαίρειν όταν διδώ μήτε αθυμείν όταν αφέληται και μήτε ψέγειν αυτήν μήτε επαινείν. Ουδέν γαρ ποιεί μετά λογισμού, αλλ' εική και ως έτυχε πάντα, ώσπερ πρότερον υμίν έλεξα. Διά τούτο ούν το Δαιμόνιον κελεύει μη θαυμάζειν, ό,τι άν πράττη αύτη, μηδέ γίνεσθαι ομοίους τοις κακοίς τραπεζίταις. Και γαρ εκείνοι όταν μεν λάβωσιν το αργύριον παρά των ανθρώπων, χαίρουσι και ίδιον νομίζουσιν είναι, όταν δε απαιτώνται, αγανακτούσι και δεινά οίονται πεπονθέναι, ου μνημονεύοντες, ότι επί τούτω έλαβον τα θέματα, εφ' ώ ουδέν κωλύει τον θέμενον πάλιν κομίσασθαι. Ωσαύτως τοίνυν κελεύει έχειν το Δαιμόνιον και προς την παρ' αυτής δόσιν και μνημονεύειν, ότι τοιαύτην φύσιν έχει η Τύχη, ώστε ά δέδωκεν αφελέσθαι και ταχέως πάλιν δούναι πολλαπλάσια, αύθις δε αφελέσθαι ά δέδωκεν, ου μόνον δε, αλλά και τα προϋπάρχοντα. Ά γούν δίδωσι, λαβείν κελεύει παρ' αυτής και συντόμως απελθείν βλέποντας προς την βεβαίαν και ασφαλή δόσιν.
[Αυτή προστάζει, είπε, να μην πιστεύει κάποιος και να μη νομίζει βέβαιο ούτε ασφαλές ο,τι πάρει από αυτήν, ούτε να τα θεωρεί δικά του. Διότι, τίποτε δεν την εμποδίζει να τα πάρει από αυτόν και να τα δώσει σε άλλον, μια και πολλές φορές συνηθίζει να το κάνει αυτό. Και γι' αυτό, προστάζει να είναι αδιάφοροι οι άνθρωποι σε αυτά που δίδει και ούτε να χαίρονται, όταν τους τα δίδει, ούτε να λυπούνται όταν τους τα παίρνει και ούτε να την κατηγορούν ούτε να την επαινούν. Διότι, τίποτε δεν κάνει με τη λογική, αλλά στα τυφλά και τυχαία, όπως σας είπα προηγουμένως. Δι' αυτό, το Δαιμόνιο προστάζει να μην απορούν για ό,τι αυτή κάνει και ούτε να μοιάζουν με τους κακούς τραπεζίτες. Γιατι και εκείνοι, όταν πάρουν τα χρήματα από τους ανθρώπους, χαίρονται και νομίζουν πως είναι δικά τους, όταν όμως τους τα ζητήσουν πίσω, αγανακτούν και θεωρούν πως έχουν πάθει κακό, χωρίς να σκέπτονται πως με αυτό τον όρο πήραν τις χρηματικές καταθέσεις, σύμφωνα με τον οποίο τίποτα δεν εμποδίζει τον καταθέτη να τις σηκώσει. Έτσι λοιπόν προστάζει το Δαιμόνιο να αντιμετωπίζουν και αυτά που τους δίδει και να έχουν κατά νου οτι η Τύχη τέτοια φύση, ώστε όσα έχει δώσει να τα αφαιρεί και γρήγορα να δίδει πολύ περισσότερα και πάλι να αφαιρεί όχι μόνο εκείνα που έχει δώσει αλλά και εκείνα που είχαν προηγουμένως. Όσα δίδει η Τύχη, προστάζει το Δαιμόνιο, να τα πάρουν και να φύγουν αμέσως, στρέφοντας την προσοχή τους προς την βέβαιη και ασφαλή δόση.]

[ΛΒ'] Ποίαν ταύτην; έφην εγώ.
[Ποιά είναι αυτή; είπα εγώ.]

Ήν λήψονται παρά της Παιδείας, ήν διασωθώσιν εκεί.
[Αυτή που θα λάβουν από την Παιδεία, εάν διασωθούν εκεί.]
Αύτη ούν τις εστιν;
[Αυτή ποιά είναι;]

Η αληθής επιστήμη των συμφερόντων, έφη, και ασφαλής δόσις και βεβαία και αμετάβλητος. Φεύγειν ούν κελεύει συντόμως προς ταύτην, και όταν έλθωσι προς τας γυναίκας εκείνας, άς και πρότερον είπον ότι Ακρασία και Ηδυπάθεια καλούνται, και εντεύθεν κελεύει συντόμως απαλλάττεσθαι και μη πιστεύειν μηδέ ταύταις μηδέν, έως άν προς την Ψευδοπαιδείαν αφίκωνται. Κελεύει ούν αυτού χρόνον τινά ενδιατρίψαι και λαβείν ό,τι άν βούλωνται παρ' αυτής ώσπερ εφόδιον, είτα εντεύθεν απιέναι προς την αληθινήν Παιδείαν συντόμως. Ταύτά εστιν ά προστάττει το Δαιμόνιον. Όστις τοίνυν παρ' αυτά τι ποιεί ή παρακούει, απόλλυται κακός κακώς.
[H αληθινή γνώση των συμφερόντων, είπε, και ασφαλή δόση και βέβαιη και αμετάβλητη. Συμβουλεύει λοιπόν να φεύγουν γρήγορα προς αυτήν, και όταν έλθουν προς εκείνες τις γυναίκες, οι οποίες και προηγουμένως είπα ότι ονομάζονται Ακράτεια και Ηδυπάθεια και από εκεί προστάζει σύντομα να απομακρύνονται και να μην πιστεύουν σε αυτές καθόλου, ώσπου να φθάσουν στην Ψευδοπαιδεία. Συμβουλεύει να μείνουν λίγο χρόνο εκεί, και να λάβουν ο,τι επιθυμούν για εφόδιο, και από εκεί να φύγουν σύντομα προς την αληθινή Παιδεία. Αυτά παραγγέλλει το Δαιμόνιον. Όποιος εναντιώνεται προς αυτά ή παρακούει, καταστρέφεται κακώς.]
[ΛΓ'] Ο μεν δη μύθος, ώ ξενοι, ο εν τω πίνακι τοιούτος ημίν εστίν.
[Ο μύθος λοιπόν, ώ ξένοι, του Πίνακα, είναι περίπου αυτός.]

Ει δε δεί τι προσπυθέσθαι περί εκάστου τούτων, ουδείς φθόνος · εγώ γαρ υμίν φράσω.
[Εάν τώρα θέλετε να μάθετε τίποτε επιπλέον, κανείς φθόνος · εγώ θα σας πω.]

Καλώς λέγεις, έφην εγώ. Αλλά τί κελεύει αυτούς τό Δαιμόνιον λαβείν παρά της Ψευδοπαιδείας;
[Καλά λές, είπα εγώ. Αλλά τι διατάσσει αυτούς το Δαιμόνιο να λάβουν από την Ψευδοπαιδεία;]
Ταύτα ά δοκεί εύχρηστα είναι.
[Aυτά τα οποία φαίνονται οτι είναι χρήσιμα.]
Ταύτ' ούν τίνα εστί;
[Και ποιά είναι αυτά;]

Γράμματα, έφη, και των άλλων μαθημάτων ά και Πλάτων φήσιν ωσανεί χαλινού τινος δύναμιν έχειν τοις νέοις, ίνα μη εις έτερα περισπώνται.
[Γράμματα, είπε, και από τα άλλα μαθήματα όσα αναφέρει και ο Πλάτων πως έχουν δύναμη χαλινού για τους νέους, για να μην αποσπώνται σε αλλότρια.]

Πότερον δε ανάγκη ταύτα λαβείν, ει μέλλει τις ήξειν προς την αληθινήν Παιδείαν ή ού;
[Ποιό από τα δύο, είναι αναγκαίο να τα πάρει κανείς αυτά, εάν πρόκειται να φθάσει στην αληθινή Παιδεία, ή όχι;]
Ανάγκη μεν ουδεμία, έφη, χρήσιμα μέντοι εστί προς το συντομώτερον ελθείν. Προς δε το βελτίους γενέσθαι ουδέν συμβάλλει ταύτα.
[Ανάγκη καμμία, είπε, χρήσιμα όμως χρήσιμα για να έλθουν συντομότερα. Στο να βελτιωθούν όμως, δεν συμβάλλουν καθόλου αυτά.]
Ουδέν άρα, έφην, λέγεις ταύτα χρήσιμα είναι προς το βελτίους γενέσθαι άνδρας;
[Δεν είναι καθόλου χρήσιμα, είπα, λες στο να γίνουν καλύτεροι Άνδρες;]
Έστι γαρ και άνευ τούτων βελτίους γενέσθαι, όμως δε ουκ άχρηστα κακείνά εστιν. Ως γαρ δι' ερμηνέως συμβάλλομεν τα λεγόμενα ποτε, όμως μέντοι γε ουκ άχρηστον ήν και ημάς αυτούς την φωνήν ειδέναι, ακριβέστερον γαρ άν τι συνήκαμεν, ούτω και άνευ τούτων των μαθημάτων ουδέν κωλύει [βελτίους] γενέσθαι...
[Διότι και χωρίς αυτά μπορούν να γίνουν ηθικότεροι, παρόλα αυτά δεν είναι άχρηστα και εκείνα. Διότι, όπως συμβαίνει να καταλαβαίνουμε με διερμηνέα τα λεγόμενα κάποια στιγμή, όμως, δεν θα ήταν περιττό να γνωρίζουμε και εμείς οι ίδιοι την γλώσσα, διότι θα τα κατανοούσαμε καλύτερα, έτσι και χωρίς τις γνώσεις αυτές δεν θα τους εμποδίζει τίποτα να γίνουν ηθικότεροι...]

[ΛΔ'] Πότερον ουν ουδέν προέχουσιν ούτοι οι μαθηματικοί προς το βελτίους γενέσθαι των άλλων ανθρώπων;
[Ποιό λοιπόν από τα δύο συμβαίνει, οι μορφωμένοι πλεονεκτούν στο να γίνουν ηθικότεροι από τους άλλους ανθρώπους ή όχι;]
Πως [γαρ] μέλλουσι προέχειν, επειδάν φαίνωνται ηπατημένοι περί αγαθών και κακών ώσπερ και οι άλλοι και έτι κατεχόμενοι υπό πάσης κακίας; ουδέν γαρ κωλύει ειδέναι μεν γράμματα και κατέχειν τα μαθήματα πάντα, ομοίως δε μέθυσον και ακρατή είναι και φιλάργυρον και άδικον και προδότην και το πέρας άφρονα.
[Όχι διότι πως είναι πιθανό να πλεονεκτούν, όταν φαίνονται να απατώνται σχετικά με τα καλά και κακά, όπως ακριβώς και οι άλλοι και κυριαρχούνται ακόμη από κάθε κακία; Διότι, τίποτε δεν εμποδίζει να γνωρίζει κανείςτα γράμματα και να είναι κάτοχος όλων των γνώσεων και συγχρόνως να είναι μέθυσος, ακρατής, φιλάργυρος, άδικος και προδότης και με μια λέξη άφρων.]

Αμέλει πολλούς τοιούτους έστιν ιδείν.
[Βέβαια, είναι ενδεχόμενο πολλούς τέτοιους να δεις.]

Πώς ουν ούτοι προέχουσιν, έφη, εις το βελτίους άνδρας γενέσθαι ένεκα τούτων των μαθημάτων;
[Πώς αυτοί υπερέχουν, είπε, εξαιτίας αυτών των γνώσεων στο να γίνουν ηθικότεροι Άνδρες;]
[ΛΕ'] Ουδαμώς φαίνεται εκ τούτου του λόγου.
[Καθόλου δεν φαίνεται από αυτό τον λόγο.]
Αλλά τί εστίν, έφην εγώ, το αίτιον, ότι εν τω δευτέρω περιβόλω διατρίβουσιν ώσπερ εγγίζοντες προς την αληθινήν Παιδείαν;
[Αλλά ποιά είναι, είπα εγώ, η αιτία, που στον δεύτερο περίβολο ζουν σαν να προσεγγίζουν την αληθινή Παιδεία;]
Και τί τούτο ωφελεί αυτούς, έφη, ότε πολλάκις έστιν ιδείν παραγινομένους εκ του πρώτου περιβόλου από της Ακρασίας και της άλλης Κακίας εις τον τρίτον περίβολον προς την Παιδείαν την αληθινήν, οϊ τούτους τους μαθηματικούς παραλλάττουσιν; ώστε πως έτι προέχουσιν άρα, ει ακινητότεροι ή δυσμαθέστεροι εισι;
[Και σε τί τους ωφελεί αυτό, είπε, αφού πολλές φορές μπορούμε να δούμε πως έρχονται από τον πρώτο περίβολο από την Ακράτεια και την υπόλοιπη Κακία, στον τρίτο περίβολο και στην Αληθινή Παιδεία και αυτούς τους μορφωμένους να τους αντικαθιστούν; Πώς υπερτερούν, εάν είναι πιο νωθροί και πιο ανεπίδεκτοι μαθήσεως;]
Πώς τούτο; έφην εγώ.
[Πώς συμβαίνει αυτό; είπα εγώ.]

Ότι οι εν τω δευτέρω περιβόλω ει μηδέν άλλο, προσποιούνται γε επίστασθαι ά ούκ οίδασιν. Έως δ' άν έχωσι ταύτην την δόξαν, ακινήτους αυτούς ανάγκη είναι προς το ορμάν προς την αληθινήν Παιδείαν. Είτα το έτερον ουχ οράς, ότι αι Δόξαι εκ του πρώτου περιβόλου εισπορεύονται προς αυτούς ομοίως ; ώστε ουδέν ούτοι εκείνων βελτίους εισίν, εάν μη και τούτοις συνή η Μεταμέλεια και πεισθώσιν, ότι ου παιδείαν έχουσιν, αλλά ψευδοπαιδείαν, δι' ήν απατώνται. Ούτω δε διακείμενοι ουκ άν πότε σωθείεν. Και υμείς τοίνυν, ώ ξένοι, έφη, ούτω ποιείτε και ενδιατρίβετε τοις λεγομένοις, μέχρι αν έξιν λάβητε. Αλλά περί των αυτών πολλάκις δεί επισκοπείν και μη διαλείπειν, τα δ' άλλα πέρεργα ηγήσασθαι. Ει δε μη, ουδέν όφελος, υμίν έσται ών νύν ακούετε.
[Διότι εκείνοι που είναι στον δεύτερο περίβολο, αν μη τι άλλο, προσποιούνται πως γνωρίζουν εκείνα που δεν γνωρίζουν. Όταν διέπονται από αυτήν την νοοτροπία, κατ' ανάγκην, δεν μπορούν να κινηθούν προς την αληθινή Παιδεία. Έπειτα, δεν βλέπεις και το άλλο, ότι οι Δοξασίες από τον πρώτο περίβολο έρχονται επίσης προς το μέρος αυτών; Κατά συνέπεια, δεν είναι καθόλου ηθικότεροι αυτοί από εκείνους, εάν δεν συναναστραφεί μαζί τους η Μεταμέλεια και πειστούν οτι δεν έχουν Παιδεία, αλλά Ψευδοπαιδεία, εξαιτείας της οποίας απατώνται. Και εσείς, ξένοι, είπε, έτσι να πράττετε και να ασχολείστε με αυτά που είπαμε, ώσπου να συνηθίσετε. Αλλά αυτά τα ίδια πρέπει πολλές φορές να εξετάζετε και να μην το παραλείπετε, ενώ τα άλλα να τα θεωρείτε δευτερεύοντα. Αλλιώς, δεν θα ωφεληθείτε καθόλου από αυτά που ακούτε.]

[ΛS'] Ποιήσομεν. Τούτο δε εξηγήσαι, πώς ουκ έστιν αγαθά, όσα λαμβάνουσιν οι άνθρωποι παρά της Τύχης, οίον το ζήν, το υγιαίνειν, το πλουτείν, το ευδοκιμείν, το τέκνα έχειν, το νικάν και όσα τούτοις παραπλήσια; ή πάλιν τα εναντία πως ουκ έστι κακά; πάνυ γαρ παράδοξον ημίν και άπιστον δοκεί το λεγόμενον.
[Θα το κάνουμε. Αυτό να μας εξηγήσεις, πώς δεν είναι καλά, όσα παίρνουν οι άνθρωποι από την Τύχη, για παράδειγμα, η ζωή, η υγεία, ο πλούτος, η δόξα, τα τέκνα, η νίκη και όσα είναι παραπλήσια με αυτά; Ή πάλι πως δεν είναι κακά τα αντίθετα; Διότι πολύ παράδοξος και απίστευτος μας φαίνεται ο λόγος.]

Άγε τοίνυν, έφη, πειρώ αποκρίνασθαι το φαινόμενον περί ων άν σε ερωτώ.
[Εμπρός λοιπόν, είπε, προσπάθησε να απαντήσεις φαινομενικά πιο ορθά, σχετικά με όσα σε ερωτώ.]
Αλλά ποιήσω τούτο, έφην εγώ.
[Αλλά θα το πράξω, είπα εγώ.]

Πότερον ούν, εάν κακώς τις ζη, αγαθόν εκείνω το ζην;
[Ποιό από τα δύο, εάν κάποιος ζει κακώς, είναι πράγμα αγαθό για αυτόν η ζωή ή όχι;]

Ού μοι δοκεί, αλλά κακόν, έφην εγώ.
[Δεν μου φαίνεται αγαθό, αλλά κακό, είπα εγώ.]

Πως ούν αγαθόν εστι το ζην, έφη, είπερ τούτό εστι κακόν;
[Πώς γίνεται να είναι αγαθή η ζωή, είπε, εάν είναι ταυτόχρονα κακή;]

Ότι τοις μεν κακώς ζώσι κακόν μοι δοκεί είναι, τοις δε καλώς αγαθόν. 
[Θεωρώ οτι για εκείνους που ζουν κακώς, είναι κακό, για αυτούς όμως που ζουν καλά, είναι αγαθό.]

Και κακόν άρα λέγεις το ζην και αγαθόν είναι;
[Και κακή άρα λες τη ζωή και αγαθή οτι είναι.]
Έγωγε.
[Μάλιστα.]

[ΛΖ'] Μη ούν απιθάνως λέγε. Αδύνατον το αυτό πράγμα κακόν και αγαθόν είναι. Ούτω μεν γαρ και ωφέλιμον και βλαβερόν αν είη και αιρετόν και φευκτόν το αυτό πράγμα άμα αεί.
[Μην λες λοιπόν απίθανα πράγματα. Αδύνατον το ίδιο πράγμα να είναι κακό και αγαθό. Διότι έτσι θα ήταν συγχρόνως, το ίδιο πράγμα πάντα και ωφέλιμο και βλαπτικό, και επιθυμητό και ανεπιθύμητο.]

Απίθανον μεν. Αλλά πως ουχί το κακώς ζην, ώ αν υπάρχη, κακόν τι αυτώ υπάρχει; ουκούν ει κακόν τι υπάρχει αυτώ, κακόν αυτώ το ζην εστιν.
[Απίθανο. Αλλά πώς δεν είναι κακό πράγμα η κακή ζωή για όποιον ζει κακώς; Εάν αυτός έχει κάτι κακό, για αυτόν η ζωή είναι κάτι κακό.]
Αλλ' ου ταυτό, έφη, υπάρχει το ζην και το κακώς ζην. Ή ου σοι φαίνεται;
[Αλλά δεν είναι το ίδιο ή ζωή και η κακή ζωή. Ή δεν σου φαίνεται έτσι;]

Αμέλει ουδ' εμοί δοκεί ταυτό είναι.
[Και βέβαια, δεν νομίζω πως είναι το ίδιο.]

Το κακώς τοίνυν ζην κακόν εστι, το δε ζην ου κακόν. Επεί ει ήν κακόν, τοις ζώσι καλώς κακόν αν υπήρχεν, επεί το ζην αυτοίς υπήρχεν, όπερ εστί κακόν.
[Η κακή λοιπόν ζωή είναι κακό πράγμα, το να ζει κάποιος όμως δεν είναι κάτι κακό. Διότι, εάν ήταν κάτι κακό, για εκείνους που ζουν καλά θα ήταν κακό, διότι θα υπήρχε σε αυτούς η ζωή, η οποία είναι κακό πράγμα.]

Αληθή μοι δοκεί ταυτό είναι.
[Αληθές μου φαίνεται οτι είναι αυτό.]

[ΛΗ'] Επεί τοίνυν αμφοτέροις συμβαίνει το ζήν, και τοις καλώς ζώσι και τοις κακώς, ουκ άν είη ούτε αγαθόν είναι το ζήν ούτε κακόν ώσπερ ουδέ το τέμνειν και καίειν εν τοις αρρωστούσίν εστι νοσερόν και υγιεινόν · ουκούν ούτω και επί του ζην ουκ έστι κακόν αυτό το ζην αλλά το κακώς ζην.
[Επειδή λοιπόν και στους δύο συμβαίνει να ζουν, και σε όσους ζουν καλά, και σε εκείνους που ζουν άσχημα, δεν θα μπορούσε να είναι η ζωή ούτε καλό ούτε κακό πράγμα. Όπως ακριβώς ούτε η εγχείρηση και το καυτηρίασμα είναι βλαβερά και υγιεινά. Κατά τον ίδιο τρόπο, και για την ζωή, δεν είναι κακό πράγμα αυτή η ίδια η ζωή, αλλά η κακή ζωή.]

Έστι ταύτα.
[Έτσι είναι αυτά.]

Συ τοίνυν ούτω θεώρησον, πότερον άν βούλοιο ζήν κακώς ή αποθανείν καλώς και ανδρείως.
[Εσύ, λοιπόν, έτσι να εξετάζεις ποιό από τα δύο, θα ήθελες να ζεις κακώς ή να πεθάνεις καλά και με Ανδρεία;]
Αποθανείν έγωγε καλώς.
[Να πεθάνω εγώ, καλώς.]

Ουκούν ουδέ το αποθανείν κακόν εστίν, είπερ αιρετώτερόν εστι πολλάκις το αποθανείν του ζήν.
[Ούτε το να πεθάνει κάποιος είναι κακό, αν βέβαια πολλές φορές είναι προτιμότερο το να πεθάνει κάποιος από το να ζει.]
Έστι ταύτα.
[Έτσι είναι αυτά.]

Ουκούν ο αυτός λόγος και περί του υγιαίνειν και νοσείν. Πολλάκις γαρ ου συμφέρει υγιαίνειν, αλλά τουναντίον, όταν η περίστασις τοιαύτη.
[Λοιπόν το ίδιο ισχύει και για την υγεία και την ασθένεια. Πολλές φορές δεν συμφέρει να είναι κανείς υγιής, αλλά το αντίθετο, όταν υπάρχει ανάλογη περίσταση.]

Αληθή λέγεις.
[Αλήθεια λές.]

[ΛΘ'] Άγε δη σκεψώμεθα και περί του πλουτείν ούτως, είγε θεωρείν έστιν - ως πολλάκις έστιν ιδείν - υπάρχοντά τινι πλούτον, κακώς δε ζώντα τούτον και αθλίως.
[Έλα λοιπόν, ας εξετάσουμε και την περίπτωση του πλούτου, εάν βέβαια είναι δυνατόν, διότι πολλές φορές μπορούμε να δουμε κάποιος να έχει πλούτο, αλλά να ζει κακά και άθλια.]

Νη Δία, πολλούς γε.
[Ναι μα το Δία, βεβαίως πολλούς.]
Ουκούν ουδέν τούτοις ο πλούτος βοηθεί εις το ζην καλώς.
[Λοιπόν ο πλούτος καθόλου δεν βοηθά αυτούς να ζουν καλά.]
Φαίνεται · αυτοί γαρ φαύλοί εισιν.
[Φαίνεται · διότι αυτοί είναι φαύλοι.]

Ουκούν το σπουδαίους είναι ουχ ο πλούτος ποιεί, αλλά η Παιδεία.
[Το να είναι κανείς σπουδαίος, τον κάνει όχι ο πλούτος, αλλά η Παιδεία.]

Εικός γε.
[Εύλογο.]

Εκ τούτου άρα του λόγου ουδέ ο πλούτος αγαθόν εστιν, είπερ ου βοηθεί τοις έχουσιν αυτόν εις το βελτίους είναι.
[Σε συνάρτηση, λοιπόν, με αυτά, ούτε ο πλούτος είναι αγαθό, εάν δεν βοηθά αυτούς που τον έχουν στο να βελτιωθούν (ενν. ηθικά).]
Φαίνεται ούτως.
[Φαίνεται έτσι.]

Ουδέ συμφέρει άρα ενίοις πλουτείν, όταν μη επίστωνται τω πλούτω χρήσθαι.
[Ούτε συμφέρει, επομένως, μερικούς να είναι πλούσιοι, όταν δεν γνωρίζουν να χρησιμοποιούν τον πλούτο.]

Δοκεί μοι.
[Έτσι μου φαίνεται.]

Πώς ουν τούτο άν τις κρίνειεν αγαθόν είναι, ό πολλάκις ου συμφέρει υπάρχειν;
[Πώς, επομένως, μπορεί να θεωρήσει κάποιος ότι είναι αγαθό, αυτό το οποίο, πολλές φορές, δεν συμφέρει να υπάρχει;]
Ουδαμώς.
[Καθόλου.]

Ουκούν ει μεν τις επίσταται τω πλούτω χρήσθαι καλώς και εμπείρως, εύ βιώσεται, ει δε μη κακώς.
[Εάν λοιπόν γνωρίζει κανείς να χρησιμοποιεί τον πλούτο καλά και έμπειρα, θα ζήσει καλά, αλλιώς κακά.]
Αληθέστατά μοι δοκείς τούτο λέγειν.
[Αληθέστατα νομίζω αυτά που λες.]

[Μ'] Και το σύνολον δε, το τιμάν ταύτα ως αγαθά όντα ή ατιμάζειν ως κακά, τούτο δε εστι το ταράττον τους ανθρώπους και βλάπτον, όταν τιμώσιν αυτά και οίωνται δια τούτων μόνον είναι το ευδαιμονείν · και πανθ' απομένως πράττουσι ένεκα τούτων και τα ασεβέστατα και τα αισχρότατα δοκούντα είναι ου παραιτούνται. Ταύτα δε πάσχουσι δια την του αγαθού άγνοιαν. Αγνοούσι γαρ ότι ου γίνεται εκ κακών αγαθόν. Πλούτον δε εστι πολλούς κτησαμένους ιδείν εκ κακών και αισχρών έργων, οίον λέγω εκ του προδιδόναι και ληίζεσθαι και ανδροφονείν και συκοφαντείν και αποστερείν και εξ άλλων πολλών και μοχθηρών.
[Και στο σύνολο, το να εκτιμά κανείς αυτά ως αγαθά, ή να τα περιφρονεί ως κακά, αυτό είναι που προκαλεί ταραχή στους ανθρώπους και τους βλάπτει, όταν επιδοκιμάζουν αυτά και θεωρούν πως με αυτά μόνο επιτυγχάνεται η ευδαιμονία · και όλα τα πράττουν εξαιτίας αυτών και δεν απομακρύνονται ούτε από εκείνα που φαίνονται ασεβέστατα και αισχρότατα. Και αυτά τα παθαίνουν, εξαιτίας της άγνοιας του αγαθού. Διότι αγνοούν οτι από τα κακά δεν παράγεται αγαθό. Είναι δυνατόν να δούμε, ότι πολλοί απέκτησαν πλούτο με άσχημα και αισχρά έργα, δηλαδή με προδοσίες, ληστείες, φόνους, συκοφαντίες, αποστερήσεις και με άλλα πολλά και κακά.]

Έστι ταύτα.
[Είναι έτσι αυτά.]

[ΜΑ'] Eι τοίνυν γίνεται εκ κακού αγαθόν μηδέν, ώσπερ εικός, πλούτος δε γίνεται εκ κακών έργων, ανάγκη μη είναι αγαθόν τον πλούτον.
[Εάν λοιπόν δεν παράγεται τίποτε το αγαθό από κακό πράγμα, όπως είναι φυσικό, ο πλούτος όμως προέρχεται από κακά έργα, κατ'ανάγκην, δεν αποτελεί αγαθό ο πλούτος.]

Συμβαίνει ούτως εκ τούτου του λόγου.
[Συμβαίνει έτσι, σύμφωνα με αυτά τα λόγια.]

Αλλ' ουδέ το φρονείν γε ουδέ δικαιοπραγείν ουκ έστι κτήσασθαι εκ κακών έργων, ωσαύτως δε ουδέ το αδικείν και αφρονείν εκ καλών έργων, ουδέ υπάρχειν άμα τω αυτώ δύναται. Πλούτον δε και δόξαν και το νικάν και τα λοιπά όσα τούτοις παραπλήσια, ουδέν κωλύει υπάρχειν τινί άμα μετά κακίας πολλής. Ώστε ουκ αν είη ταύτα αγαθά ούτε κακά, αλλά το φρονείν μόνον αγαθόν, το δε αφρονείν κακόν.
[Αλλ' ούτε την φρόνηση, ούτε την δικαιοπραξία μπορεί κανείς να αποκτήσει από κακά έργα, έτσι ούτε το να αδικεί και να είναι άφρων από καλά έργα, ούτε είναι δυνατόν αυτά να υπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο. Τίποτε όμως δεν εμποδίζει να έχει κανείς μαζί με πολλή κακία πλούτο και δόξα και νίκη και όλα τα υπόλοιπα, όσα είναι παραπλήσια. Κατά συνέπεια, δεν δύνανται αυτά να είναι ούτε αγαθά ούτε κακά, αλλά μόνο η φρόνηση αποτελεί αγαθό και η αφροσύνη κακό.]

Ικανώς μοι δοκείς λέγειν, έφην.
[Καλά μου φαίνεται πως τα λες, είπα.]

[ΤΕΛΟΣ]

http://www.metmuseum.org/collections/search-the-collections/386634?img=1
------------------------------------------------------------
 Νεοελληνική Απόδοση: Παλιγγίνης Ελευθέριος
https://www.facebook.com/lpaliginis?fref=ts

1 σχόλιο:

Τό Ναύπλιον

Σελίδες

Χρονοχάρτης τῶν πυρηνικῶν δοκιμῶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ Β’ΠΠ μέχρι τὸ 2000

.

.

ΖΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ